Παρακολουθώντας τις ειδήσεις «πέφτουμε» πάνω σ’ ένα σκηνικό που επαναλαμβάνεται: βλέμματα σκληρά, χέρια που σφίγγονται σε γροθιές πριν καλά-καλά μάθουν να κρατούν στυλό, και μια βία που ξεσπά στα προαύλια και στους δρόμους. Η ανήλικη βία είναι εδώ και όλοι αναρωτιόμαστε «τι φταίει», λες και η απάντηση κρύβεται σε κάποιο δυσεπίλυτο μυστήριο και όχι στην καθημερινότητά μας που καταρρέει.
Στο φλέγον αυτό ζήτημα, την Ανήλικη Βία, ήταν αφιερωμένη η εκδήλωση που διοργάνωσαν το 3ο Γενικό Λύκειο Άρτας και ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του 3ου Γενικού Λυκείου Άρτας, σε συνεργασία με το Δήμο Αρταίων, υπό την αιγίδα της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Άρτας στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Άρτης, την Παρασκευή 20 Μαρτίου στις 8.30 το βράδυ με ομιλητή τον Γιώργο Ξυλούρη, Ψυχίατρο παιδιών και εφήβων. Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Σεμασμιώτατος Μητροπολίτης Άρτης κ.κ. Καλλίνικος, η αντιδήμαρχος Κοινωνικών υποθέσεων κα Μπέη, ο περιφερειακός σύμβουλος κ. Σπύρου, η Διευθύντρια Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης δρ. Παρασκευή Η. Χαμπηλομάτη, η προισταμένη Τμήματος Εκπαιδευτικών Θεμάτων της ΔΔΕ Άρτας κα. Ανθούλα Ζιώρη, καθώς και ο κ. Κατοίκος, υπαστυνόμος Α΄, εκπρόσωπος του Δ/ντη της Δ/νσης Αστυνομίας Άρτας. Θέμα της ομιλίας ήταν: «Ανήλικη βία: Ένα πολυσυστημικό φαινόμενο. Προσεγγίσεις και προβληματισμοί στις αιτίες και την αντιμετώπιση της», και η συζήτηση που ακολούθησε την ομιλία ανέδειξε ακριβώς αυτή την πολυδιάσταση.
Ο ομιλητής, Γιώργος Ξυλούρης, έχει μετεκπαιδευτεί στην Παιδοψυχιατρική Κλινική του νοσοκομείου της Ουψάλας στη Σουηδία. Έχει εργαστεί ως παιδοψυχίατρος σε κοινοτικές δομές ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων, όπως στην Ομάδα Αναδοχής στα Παιδικά Χωριά “SOS”, είναι υποψήφιος διδάκτορας στην ιατρική σχολή του ΕΚΠΑ και έχει διατελέσει επιστημονικός υπεύθυνος στο Κέντρο Ημέρας “Το Σπίτι του Παιδιού” στο Χαμόγελο του Παιδιού. Από τον Σεπτέμβριο του 2025 είναι Επιστημονικός Διευθυντής του Τμήματος Παιδιού και Εφήβου του Ινστιτούτου ψυχικής υγείας και προσωπικής ανάπτυξης «Γαληνός». Έχει συμμετάσχει στη συγγραφή επιστημονικών δημοσιεύσεων σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά, καθώς και σε επιστημονικά συνέδρια και εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Μ’ άλλα λόγια είναι ένας άνθρωπος που έχει τις γνώσεις και την εμπειρία να προσεγγίσει το ευαίσθητο αυτό ζήτημα.
Στην ομιλία του, σε μια αίθουσα που το ακροατήριό της αποτελούσαν γονείς αλλά κι εκπαιδευτικοί, καθώς και εκπρόσωποι της αστυνομίας που έρχονται σε επαφή με εκδηλώσεις ανήλικης βίας, ο κ. Ξυλούρης αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά (βιολογικά αλλά και ψυχολογικά) της βίας και της εφηβείας και επεσήμανε ότι με τη βία ο ανήλικος και ιδιαίτερα ο έφηβος προσπαθεί να δοκιμάσει τα όρια της ελευθερίας του, αλλά και ίσως να καταστρέψει μια εικόνα για τον ίδιο που δεν του αρέσει, καθώς ζει μια διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Μίλησε για τη δυσκολία της σύγχρονης οικογένειας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ανατροφής των παιδιών και των εφήβων, μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που έχει διαφοροποιηθεί σε σχέση με το παρελθόν και έχει στερήσει από τις οικογένειες το υποστηρικτικό περιβάλλον που συνήθως είχαν παλαιότερα (ευρύτερη οικογένεια, γειτονιά, κοινωνικές σχέσεις κλπ).
Τόνισε ότι το σχολείο φαίνεται να απομακρύνεται από τον παιδαγωγικό του ρόλο και να εστιάζει μόνο στη στείρα απομνημόνευση και τη μετάδοση γνώσεων, γεγονός που αφαιρεί από τους εφήβους τη δυνατότητα να βρουν σ’ αυτό τα πρότυπα και το εχέγγυο σταθερότητας που αποζητούν. Αναφέρθηκε και στο ρόλο της σύγχρονης τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης όχι μόνο όσον αφορά τη διάδοση της βίας, αλλά και την αύξηση της αίσθησης μοναξιάς των νέων. Διατύπωσε την άποψη πως η λύση δεν είναι μονοσήμαντη και δε μπορεί να περιορίζεται μόνο στην καταστολή, αλλά θα πρέπει να εστιάζει σε όλους τους παράγοντες που συντελούν στη διόγκωση της ανήλικης βίας κι εγκληματικότητας. Στη συζήτηση περίπου μιας ώρας που ακολούθησε, αναπτύχθηκε ένας γόνιμος προβληματισμός και τέθηκαν οι βάσεις και για περαιτέρω δράσεις πάνω στο φλέγον αυτό θέμα.
Αυτό που τελικά προκύπτει ως συμπέρασμα, όχι μόνο από την εκδήλωση αυτή που έφερε στο προσκήνιο ένα μείζον ζήτημα της κοινωνίας μας, αλλά από την ίδια την καθημερινότητα, είναι πως δεν θα πρέπει να εφησυχάζουμε. Η ανήλικη βία δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Είναι το πολυσυστημικό «βραχυκύκλωμα» μιας κοινωνίας που έμαθε να κοιτάζει το δέντρο και να αγνοεί το δάσος. Ξεκινά από το σπίτι, εκεί όπου η οικογένεια, τσακισμένη από την οικονομική ανασφάλεια και τους εξουθενωτικούς ρυθμούς, αδυνατεί να γίνει το λιμάνι που ήταν κάποτε.
Οι γονείς, κυνηγώντας το μεροκάματο, αφήνουν πίσω ένα κενό· και ο έφηβος, με την ψυχολογία του σε αναβρασμό και την ανάγκη του να «ανήκει» κάπου, βρίσκει καταφύγιο στην ψευδαίσθηση ισχύος που προσφέρει η συμμορία. Και μετά, το σχολείο. Εκεί που κάποτε χτιζόταν το μέλλον, τώρα συναντάμε την απαξίωση. Ένα δημόσιο σχολείο που το κράτος αντιμετωπίζει σαν «βαρίδι» και η κοινωνία σαν απλό εξεταστικό κέντρο. Δάσκαλοι και καθηγητές, εγκλωβισμένοι σε δαιδαλώδεις γραφειοκρατίες και ταπεινωτικούς μισθούς, παλεύουν μόνοι. Όταν ο εκπαιδευτικός ευτελίζεται από τις κυβερνήσεις, πώς περιμένουμε από τον μαθητή να τον σεβαστεί; Όταν το σχολείο υποβαθμίζεται, όταν μετατρέπεται σε εξεταστικοκεντρικό μηχανισμό, όταν η γνώση δίνει τη θέση της στην αποστήθιση, τότε ως αντίδραση έρχεται η αγανάκτηση. Φταίει όμως και η έλλειψη ορίζοντα. Η φτώχεια δεν φέρνει μόνο πείνα, φέρνει και ματαίωση. Όταν ένας νέος νιώθει ότι η αγορά εργασίας είναι ένας κλειστός κύκλος και η οικονομία δεν τον χωράει, η παραβατικότητα φαντάζει ως η μόνη «διέξοδος».
Το εύκολο είναι η καταστολή. Οι χειροπέδες κάνουν θόρυβο, αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα. Αν θέλουμε να σταματήσουμε τον κατήφορο, χρειαζόμαστε μια ολιστική παρέμβαση. Χρειαζόμαστε ένα κράτος που θα επενδύσει πραγματικά στην παιδεία, θα στηρίξει έμπρακτα τη γονεϊκότητα και θα δημιουργήσει προοπτικές ανάπτυξης που να μας αφορούν όλους. Όσο απαντάμε στη βία μόνο με τιμωρία, απλώς ξύνουμε την επιφάνεια. Η ρίζα παραμένει εκεί, ποτισμένη με την αδιαφορία μας. Και τα παιδιά; Τα παιδιά απλώς μας επιστρέφουν το πρόσωπο της κοινωνίας που τους παραδώσαμε.
Η εκδήλωση του 3ου Λυκείου δεν ήταν απλώς μια παράθεση διαπιστώσεων, αλλά μια κραυγή αφύπνισης. Αν θέλουμε οι γροθιές των παιδιών μας να χαλαρώσουν και να γίνουν ξανά χέρια που δημιουργούν, οφείλουμε να τους προσφέρουμε μια κοινωνία που εμπνέει σεβασμό και μια καθημερινότητα που δεν τα εξορίζει στο περιθώριο. Το χρωστάμε στο μέλλον τους – και κυρίως, το χρωστάμε στην ανθρωπιά μας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ