Στις σύγχρονες υλιστικές κοινωνίες δεν μας απασχολούν πλέον τέτοιου είδους χαλεπά διλήμματα. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη, απόλυτη και κυνική δια στόματος του μοναδικού θεού της εποχής μας, του χρήματος.
Του χρήματος που κομπάζει από παντού πως η ευτυχία βρίσκεται μόνο στο να έχεις. Να έχεις αποκλειστικά, κτητικά, σαδιστικά, πολλά κυβικά, ακόμη περισσότερα τετραγωνικά, να έχεις, να κατέχεις και να ευφραίνεσαι ηδονιστικά και άπληστα.
Να έχεις άπειρες δικαιολογίες για να μην σε ενοχλεί συνειδησιακά η απώλεια του προσώπου σου. Να λες «έτσι ήταν πάντα», για τα σκάνδαλα, για τις μίζες, για τις μανάδες που ψάχνουν στα συντρίμμια τα ακρωτηριασμένα μέλη των παιδιών τους, για τον πλανήτη που κατάντησε ένας χάρτης επιχειρήσεων των παρανοϊκών, ένα παγκόσμιο σφαγείο όπου θάβεται καθημερινά ο μετανεωτερικός άνθρωπος κάπου ανάμεσα στα οικόπεδα των εμπόρων των όπλων, στις τροχιές των «έξυπνων» πυραύλων που μας κατευθύνουν, στο σκοτεινό πλέγμα των αλγορίθμων και στην μηχανιστική ανθρώπινη νοημοσύνη που πότε σκορπάει κουρελόχαρτα για ελευθερία και ειρήνη, και πότε αγωνιά σαν κλώνος των γκάτζετ για την τιμή του πετρελαίου, για την ακρίβεια και τις πασχαλινές αποδράσεις, μ’ ετούτη και μ’ εκείνη την πειθαρχημένη συμπεριφορά στην αισθητική του τηλεοπτικού μάνατζμεντ, της λείας εικόνας, της επίπλαστης αισιοδοξίας και του ερασιτεχνικού εφησυχασμού.
Με τη Βιομηχανική Επανάσταση οι δυτικές κοινωνίες έμαθαν να εστιάζουν στα αντικείμενα κι όχι στον άνθρωπο. Και με τη νίκη της ύλης πάνω στο πνεύμα φαίνεται να τελειώνει εφιαλτικά άλλη μια ιστορική περίοδος, η οποία είχε αρχίσει αισιόδοξα από το τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου με την επικράτηση της σοσιαλδημοκρατίας. Το τραγικό είναι ότι ακόμη κι ο σοσιαλισμός, μέσα στα πλαίσια αυτής της βιομηχανοποίησης των πάντων, δεν άργησε να μεταβληθεί από κίνημα το οποίο στόχευε σε μια νέα κοινωνία και σε έναν νέο άνθρωπο, σε ένα άλλο κίνημα του οποίου το ιδεώδες ήταν – είναι – η επίτευξη πλούτου, άνεσης και ηδονής που θα έφερνε και την απεριόριστη ευτυχία για όλους.
Αυτό το μοντέλο «ευτυχίας» δεν έχει ανάγκη τον Διαφωτισμό, τον Ανθρωπισμό, την Παιδεία, την Ιστορία. Έχει ανάγκη μόνο τις πρώτες ύλες. Κι έχει καταντήσει γραφικό μέσα στα πλαίσια αυτής της αξιακής ξεπεσούρας, του μποτοξικού φασισμού των χαμογελαστών προσωπείων και του μηδενός ως επιθανάτιου ρόγχου, να μιλήσεις για την αρετή του να «είσαι», να είσαι πρόσωπο κι όχι μηχανισμός, να είσαι πνεύμα κι όχι ύλη.
Ας διαβαστεί τουλάχιστον ως επιμύθιο, πως ο ελληνισμός δεν γεννήθηκε από το «μηδέν», αλλά από τη δύναμη του Λόγου, του αρχαιοελληνικού Λόγου που ταυτίστηκε με τον έρωτα για το Είναι. Πως η ξεχωριστή μορφωτική αξία του αρχαίου κόσμου έγκειται ακριβώς σ’ αυτή τη φιλοσοφία της ανθρωπολατρίας, που δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η τέχνη της θέωσης του ανθρώπου, η πεποίθηση δηλαδή ότι ο άνθρωπος δεν είναι άτομο, δεν είναι αριθμός, δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά εκείνο που πρέπει και μπορεί να είναι, κρατώντας τουλάχιστον σήμερα μια πόρτα ανοιχτή απ’ όπου ίσως επιστρέψει κάποτε σ’ άλλους καιρούς το ιδανικό του.
(Ο τίτλος του άρθρου είναι δάνειος από το βιβλίο του Έριχ Φρομ με τον ίδιο τίτλο).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ