Το θεατρικό εργαστήρι του ΣΚΟΥΦΑ, παρουσιάζει στην επέτειο των 130 χρόνων του συλλόγου, ένα πραγματικό αριστούργημα, το έργο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλλο, έναν συγγραφέα τον οποίο το αρτινό κοινό έχει γνωρίσει από το ΣΚΟΥΦΑ και με την παράσταση του έργου «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε».
Το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» (που γράφτηκε το 1929) θεωρείται το τρίτο μέρος της τριλογίας που έχει αφιερώσει ο συγγραφέας στο « θέατρο μέσα στο θέατρο». Έκανε πρεμιέρα τον Ιανουάριο 1930 σε γερμανική μετάφραση στη Γερμανία (κάτι φυσιολογικό, αν αναλογιστούμε ότι με το έργο αυτό ο Πιραντέλλο σατιρίζει τον εξπρεσιονισμό των γερμανών σκηνοθετών της εποχής του). Το έργο διερευνά τις σχέσεις του σκηνοθέτη μιας παράστασης με τους ηθοποιούς και, κατά συνέπεια, τη σχέση των ηθοποιών με το κοινό, προβάλλοντας το αγαπημένο θέμα του Πιραντέλλο: τη σύγχυση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας που ανάγει τη θεατρική μίμηση σε οντολογικό πρόβλημα του ανθρώπου.
Από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή, τα όρια μεταξύ πλατείας και σκηνής παραμένουν θολά. Από τη μια οι ηθοποιοί: ανυπόμονοι, εκνευρισμένοι και απρόθυμοι να υπηρετήσουν τους πειραματισμούς αυτού του παράξενου σκηνοθέτη.
Από την άλλη ο σκηνοθέτης: αυτάρεσκος και φλύαρος, προσπαθεί διαρκώς να τους πείσει ότι η αληθοφάνεια θα γεννηθεί μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και όχι μέσα από τη δουλική προσήλωση σε ένα προσχεδιασμένο «σενάριο». Υπηρετεί το γερμανικό εξπρεσιονισμό που θεωρεί ότι η «φόρμα» (σκηνοθεσία, εφέ, «στήσιμο») είναι πολυτιμότερα από το έργο και την ψυχοσύνθεση των ηρώων. Ζητάει από τους ηθοποιούς να κολυμπήσουν στα βαθιά χωρίς σωσίβιο, οι ηθοποιοί όμως επαναστατούν μπροστά σε μια τέτοια παράλογη απαίτηση: επιμένουν ότι πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων τα λόγια τους, προκειμένου να σφυρηλατήσουν τις λεπτές αποχρώσεις του χαρακτήρα που υποδύονται.
Με τον τρόπο αυτό ο Πιραντέλλο διαμορφώνει ένα πλαίσιο αντιπαράθεσης της «αλήθειας» που αντιπροσωπεύει ο κάθε άνθρωπος (θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και οπτική) με τη μοναδική και αναλλοίωτη Αλήθεια, αυτή που δε μπορεί να αμφισβητηθεί, προσεγγίζοντας έτσι τον πλατωνικό Σωκράτη και το μύθο του σπηλαίου του, καθώς στο έργο αντιπαρατίθενται οι αλήθειες-οπτικές του ηθοποιού-σκηνοθέτη, του ρόλου, του θεατή, αλλά και της σκηνοθέτιδος της παράστασης. Κι αυτή είναι η γοητεία του έργου, γιατί ο σκηνοθέτης-υποκριτής που καθοδηγεί τους ρόλους-υποκριτές πειθαρχεί στη σκηνοθέτιδα (εδώ) της παράστασης που υποτίθεται πως αυτοσχεδιάζει. Κι εδώ έρχεται μια άλλη ευρηματική αντιπαράθεση, καθώς το έργο δεν είναι αυτοσχεδιαστικό, αλλά υπακούει σε ένα γραπτό κείμενο (του Πιραντέλλο). Επομένως η ίδια η παράσταση συνιστά μια απατηλή εικόνα (ένα είδος εικονικής πραγματικότητας) που κρύβει το σταθερό σημείο αναφοράς της που είναι το κείμενο.
Ένα τέτοιο έργο απαιτεί τόλμη και υψηλή αντιληπτική ικανότητα για να αποφασίσει κανείς να το ανεβάσει στη σκηνή. Η σκηνοθέτις Έλλη Μάνθα, με την εμπειρία αλλά και το ταλέντο της κατάλαβε τους κινδύνους της υπερβολής και της καρικατούρας που κρύβει το έργο αυτό και σχεδίασε με ακρίβεια τον αυτοσχεδιαστικό οίστρο των ηθοποιών. Ισοζύγισε σοφά το φανταστικό με το πραγματικό, τη γνησιότητα του αισθήματος με τη μίμησή της, έβαλε στο παιγνίδι και το κοινό, αντιμετωπίζοντας το όλο πλαίσιο με τη σοβαρότητα αλλά και την υπόγεια σατιρική διάθεση που το ίδιο το έργο επιβάλλει. Καθοδήγησε τους/τις ερασιτέχνες ηθοποιούς με συνειδητό επαγγελματισμό και μαεστρία. Η επιλογή της να κρατήσει η ίδια το ρόλο του τυραννικού και κυριαρχικού σκηνοθέτη (παρόλο που ο Πιραντέλλο, όταν έγραψε το ρόλο είχε στο μυαλό του άντρα γερμανό τον οποίο ονόμασε «Κουτσοπόδη» στα γερμανικά), είναι ιδανική για να υπηρετήσει το πνεύμα του έργου, καθώς με τον τρόπο αυτό τα όρια μεταξύ πραγματικότητας (Έλλη Μάνθα ως σκηνοθέτις της παράστασης που παρουσιάζεται στο ΣΚΟΥΦΑ») και ψευδαίσθησης-υποκριτικής (Έλλη Μάνθα ως σκηνοθέτις της παράστασης όπου πρέπει να συμβεί το αυτοσχεδιαστικό πείραμα) συγχέονται και το αποτέλεσμα καθηλώνει το θεατή. Η ίδια αποδίδει το ρόλο με την ψυχρότητα που απαιτείται από το χαρακτήρα που ενσαρκώνει, αλλά και τη ζωντάνια που χρειάζεται ο ίδιος ο ρόλος.
Οι ηθοποιοί κατάφεραν να ισορροπήσουν στο δύσκολο «παιχνίδι» της διττής υπόστασής τους, να υποδύονται, δηλαδή, τον εαυτό τους (όταν πρέπει να δέχονται τις οδηγίες για το στήσιμο ή τον αυτοσχεδιασμό) αλλά και το χαρακτήρα του υποτιθέμενου έργου (το οποίο, όμως, κανονικά αναπαρίσταται στη σκηνή από την αρχή μέχρι το τέλος του). Ο Γιώργος Σταύρος είναι αφοπλιστικά ειλικρινής ως ηθοποιός αλλά και συγκινητικά ευαίσθητος ως καταπιεσμένος σύζυγος Παλμίρο. Η Στεργιανή Βερνιώτου λειτουργεί με απόλυτη φυσικότητα στα «περάσματα» μεταξύ του πραγματικού εαυτού της και της φιλελεύθερα καταπιεστικής συζύγου και μητέρας Ιγκνάτσια καταφέρνοντας να αποδώσει άψογα τόσο τα κωμικά όσο και τα δραματικά στοιχεία του ρόλου της. Η Εύη Πελλούμπη φαίνεται σαν να ενσωματώνει στην υπόστασή της το βάρος του ρόλου της ευαίσθητης και ρομαντικής κόρης Μομίνα. Αποτυπώνει τη ματαιοδοξία της ανερχόμενης ηθοποιού αλλά και τη σπαρακτική δυστυχία της καταπιεσμένης από τη ζήλεια του συζύγου της γυναίκας με αφοπλιστική πειστικότητα. Η σκηνή στο τέλος της παράστασης είναι ενδεικτική του συνδυασμού ταλέντου και πολλής δουλειάς. Οι Φωτεινή Τσαδήμα, Βασιλική Μαλτέζου και Βάσω Καραβασίλη, ως ηθοποιοί που καλούνται να αποδώσουν τις ανοιχτόκαρδες και ελαφρώς «πεταχτούλες» κόρες Ντορίνα, Τοτίνα και Ρενέ, συγκινούν με την αφοσίωσή τους στο ρόλο τους, αλλά και με τη δυνατότητα να μεταπηδούν με άνεση στην πραγματική τους υπόσταση ως ηθοποιοί, όταν οι συνθήκες της παράστασης το απαιτούν. Ο Θωμάς Χρήστου καταφέρνει να παρουσιάσει εξίσου πειστικά τόσο τον υπερφίαλο και ναρκισσιστή ηθοποιό που πρωταγωνιστεί στην παράσταση, όσο και τον παθιασμένο όσο και ζηλιάρη σύζυγο που συνθλίβεται από το ίδιο του το πάθος. Οι σκηνές όπου μεταβαίνει από το «ρόλο» στον ηθοποιό είναι εξαιρετικές. Οι Φώτης Παπαφώτης, Κώστας Χαρίσης, Παναγιώτης Καβαλίκας, ως ηθοποιοί που καλούνται να αποδώσουν τους χαρακτήρες των ερωτύλων στρατιωτικών Νάρντι, Σαρέλι και Πομέτι, δημιουργούν με τη φυσικότητα της δράσης τους και των αντιδράσεών τους το απαραίτητο περιβάλλον για την αναγκαία εξέλιξη του έργου. Η Φατός Σελαμήογλου συγκινεί τόσο με τα φωνητικά της χαρίσματα όταν τραγουδάει στη σκηνή ως τραγουδίστρια του καμπαρέ, όσο και με την υποκριτική της ικανότητα. Οι Παντελής Σιώζος και Γιώργος Πετράκης, ως ηθοποιοί που υποδύονται τους πελάτες του καμπαρέ δημιουργούν ένα ρεαλιστικότατο δίδυμο. Οι Αγάπη Τάτση, Ελένη Δρίβα και Μαρία Παναγιωτίδη, ως θεατές του έργου που αντιδρούν, συμβάλλουν αποτελεσματικά στην πλοκή.
Τα κοστούμια της Ειρήνης Νάκου, οι φωτισμοί του Γιώργου Νικολακόπουλου και η μουσική επιμέλεια της Φατός Σελαμήογλου, ολοκληρώνουν μια πλήρη και καλοφτιαγμένη παράσταση που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από μεγάλες επαγγελματικές παραγωγές.



