Κάθε φορά που το ημερολόγιο γυρίζει σελίδα και μια νέα χρονιά ανατέλλει, η ανθρωπότητα επιδίδεται σε μια σχεδόν τελετουργική αισιοδοξία. Οι ευχές για «υγεία, ειρήνη και προκοπή» ανταλλάσσονται με μια ειλικρινή ελπίδα ότι το μέλλον θα είναι φωτεινότερο από το παρελθόν.
Παρόλα αυτά υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα τούτο. Παραθέτω την αρχή ενός άρθρου μου για την αρχή του 2017: «Δεν ξέρω αν και κατά πόσον αληθεύει αυτό που λέει η παροιμία, ότι δηλαδή η καλή η μέρα φαίνεται από το πρωί, αλλά αν είναι έτσι, τότε η κακιά η μέρα θα φαίνεται και αυτή από την έναρξή της.
Το λέω αυτό με αφορμή τα όσα συνέβησαν στον τόπο μας αλλά και σε διεθνές επίπεδο με τη λήξη του προηγούμενου και άμα τη ενάρξει του τρέχοντος έτους (που δεν είναι και δίσεκτο το άτιμο, ώστε να τα φορτώσουμε όλα στο κακό το ριζικό που κουβαλάνε πάντα μαζί τους κατά τη λαϊκή παράδοση τα δίσεκτα έτη).» Και το 2011 είχα δημοσιεύσει στη φιλόξενη αυτή εφημερίδα άρθρο με τίτλο «Μπορούμε να ευχόμαστε καλή χρονιά;».
Δυστυχώς, και η φετινή εκκίνηση μοιάζει να αποκλίνει από το παραδοσιακό μοτίβο των ευχών. Αντί για το συνηθισμένο κλίμα ανανέωσης, η τωρινή χρονιά φαίνεται να ξεκινά με μια διάχυτη νότα απαισιοδοξίας, καθώς το βάρος των πρόσφατων γεγονότων – διεθνών και εγχώριων – αποδεικνύεται πολύ μεγάλο για να αγνοηθεί.
Στο διεθνές στερέωμα, η εικόνα είναι κάτι παραπάνω από ανησυχητική. Οι συνεχιζόμενες πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή δεν αποτελούν πλέον έκτακτες ειδήσεις, αλλά μια μόνιμη εστία αποσταθεροποίησης που δοκιμάζει τις αντοχές της παγκόσμιας διπλωματίας, η οποία τίθεται εν αμφιβόλω από τις πολιτικές του προέδρου των ΗΠΑ και τις απειλές πολέμου που εκτοξεύει.
Παράλληλα, η κλιματική κατάρρευση υπενθυμίζει τη βιαιότητά της μέσα από ακραία καιρικά φαινόμενα, ενώ η ραγδαία εισβολή της Τεχνητής Νοημοσύνης στην καθημερινότητα γεννά νέα ερωτήματα και προκαλεί περαιτέρω αβεβαιότητα για πιθανή απώλεια θέσεων εργασίας. Κι αυτό γιατί η αυτοματοποίηση και οι σαρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας σε εκατομμύρια εργαζόμενους, που βλέπουν το επαγγελματικό τους μέλλον να μετασχηματίζεται με ταχύτητες που δύσκολα μπορούν να παρακολουθήσουν.
Την ίδια στιγμή, στην εγχώρια πραγματικότητα, η κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με προκλήσεις που πλήττουν τον πυρήνα της καθημερινότητας. Η επίμονη ακρίβεια στα βασικά αγαθά και το κόστος στέγασης που εκτινάσσεται, ειδικά για τις νέες οικογένειες, δημιουργούν ένα αίσθημα οικονομικής ασφυξίας. Παράλληλα, οι χρόνιες παθογένειες σε κρίσιμους τομείς, όπως η δημόσια υγεία και η ασφάλεια, η στασιμότητα αν όχι οπισθοδρόμηση στην εκπαίδευση, σε συνδυασμό με την εργασιακή αβεβαιότητα και τη διαρκή τάση μετανάστευσης του νεανικού πληθυσμού, τροφοδοτούν έναν σκεπτικισμό που συχνά αγγίζει τα όρια της παραίτησης. Οι πολίτες παρακολουθούν τις εξελίξεις με σφιγμένη την καρδιά, αναρωτώμενοι αν οι ευχές της Πρωτοχρονιάς έχουν πλέον ουσιαστικό αντίκρισμα απέναντι σε μια τόσο σύνθετη και σκληρή πραγματικότητα.
Γιατί όμως αυτή η χρονιά μοιάζει απαισιόδοξα διαφορετική; Ίσως γιατί η συσσώρευση των κρίσεων έχει εξαντλήσει τα αποθέματα ψυχικής ανθεκτικότητας. Η αισιοδοξία απαιτεί ένα υπόβαθρο ασφάλειας, το οποίο αυτή τη στιγμή απουσιάζει. Η απαισιοδοξία που καταγράφεται δεν είναι απαραίτητα ηττοπάθεια, αλλά μια ρεαλιστική αναγνώριση των δυσκολιών. Άλλωστε, όπως έχει πει και ο Τσέχος συγγραφέας και πρώην πρόεδρος της Τσεχίας Βάτσλαβ Χάβελ, «η ελπίδα δεν είναι η πεποίθηση ότι κάτι θα πάει καλά, αλλά η βεβαιότητα ότι κάτι έχει νόημα, ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθεί.» Ωστόσο, όπως έχι πει και ο Ιταλός διανοητής Αντόνιο Γκράμσι, «Είμαι απαισιόδοξος λόγω της νοημοσύνης μου, αλλά αισιόδοξος λόγω της θέλησής μου.» Η τωρινή συγκυρία μας αναγκάζει να δούμε την αλήθεια κατάματα: η αλλαγή δεν θα προέλθει από τη μαγεία της αλλαγής του έτους, αλλά από μια σκληρή, συλλογική και απαιτητική προσπάθεια. Η φετινή «νότα απαισιοδοξίας» είναι ίσως η πιο ειλικρινής αφετηρία των τελευταίων ετών. Αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε, δεν είναι η κενή ελπίδα, αλλά η ανάγκη για αυστηρή κριτική, εγρήγορση και διεκδίκηση. Η ανοχή στις υποσχέσεις έχει τελειώσει.
Παρά το γκρίζο ξεκίνημα, η αναγνώριση της πραγματικότητας είναι το πρώτο βήμα για τη διαχείρισή της. Η φετινή χρονιά μας καλεί να μετατρέψουμε την παθητική αναμονή ενός «θαύματος» σε ενεργητική εγρήγορση. Η απαισιοδοξία μπορεί να λειτουργήσει ως αφυπνιστικό καμπανάκι, αναγκάζοντάς μας να αναζητήσουμε ουσιαστικές λύσεις αντί για προσωρινές ανακουφίσεις. Ίσως, τελικά, η πραγματική ελπίδα να μην βρίσκεται στις ευχές που ανταλλάσσουμε, αλλά στη συλλογική βούληση να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις, όσο δυσοίωνες κι αν φαίνονται στην αφετηρία τους. Την όποια σωτηρία, θετική πορεία, πρόοδο που περιμένουμε, για μας και το λαό μας, δεν πρέπει να την αναμένουμε ως δώρο από τους όποιους αυτόκλητους σωτήρες, αλλά από τον ίδιο μας τον εαυτό και τις αστείρευτες δυνάμεις που κρύβει μέσα της η ελληνική ψυχή.
Αυτή τη δύναμη δεν πρέπει να αφήσουμε κανένα ξέσπασμα βίας, κανένα κήρυγμα μίσους, καμία αισθητική της απανθρωπιάς και της (πνευματικής) ασχήμιας να μας την διαλύσει. Μπορούμε να νικήσουμε τον ολετήρα της παγκοσμιοποίησης και της βίας, έχοντας πίστη στην αγάπη για το συνάνθρωπο. Αν το πιστέψουμε, μπορεί και να το καταφέρουμε το θαύμα, αν όχι, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια μας την υπόσταση ως λαός και έθνος. Είναι στο χέρι μας να διατηρήσουμε την ελπίδα.



