Το 2025 έφυγε αφήνοντας πίσω του έναν τόπο που έχει χάσει την αίσθηση της κανονικότητας. Μια χώρα όπου το πολιτικό σύστημα είναι πλήρως αποσυνδεδεμένο από την κοινωνική πραγματικότητα και οι θεσμοί αδυνατούν να λειτουργήσουν ως σημεία σταθερότητας.
Κυβέρνηση και αντιπολίτευση παραπαίουν σε αδιέξοδα και διχασμούς, ενώ η κοινωνία βράζει, όχι πια σιωπηλά αλλά με μια ένταση που διαπερνά την καθημερινότητα. Ο διάλογος των κομμάτων – όπως αποδείχθηκε και στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό – παραμένει παγιδευμένος σε αναχρονιστικές ρητορικές. Λέξεις και συνθήματα αντηχούν σαν ηχώ περασμένων δεκαετιών, χωρίς να αγγίζουν τη ζωή των ανθρώπων που βιώνουν καθημερινά την πίεση της ακρίβειας, της ανασφάλειας, της εργασιακής επισφάλειας και της αβεβαιότητας. Η πολιτική συζήτηση εξελίσσεται σε ένα παράλληλο σύμπαν, μακριά από την κοινωνία που ζητά απαντήσεις και όχι διαχειριστικές δικαιολογίες.
Σ’ αυτό το σκηνικό προστίθενται τα παράδοξα της κοινωνίας και του κράτους. Η βία κυριαρχεί, με ανθρώπους να σκοτώνονται ακ-όμα και για το παρκάρισμα. Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός ψεύδεται ασύστολα, η Αστυνομία στήνει τα δικά της μπλόκα στις εθνικές οδούς, ενώ δικαστές καθυστερούν τη διεξαγωγή δικών για μείζονα ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Θεσμοί που υποτίθεται ότι προστατεύουν τη ζωή και τα δικαιώματα των πολιτών εμφανίζονται εγκλωβισμένοι σε μια λογική κόμματος – κράτους, φθείροντας καθημερινά την αξιοπιστία τους.
Και κάπως έτσι οι πολίτες αντιλαμβάνονται τους θεσμούς να σέρνονται σαν βαριά ομίχλη, με καθημερινή συντροφιά την αίσθηση της αδικίας. Η κοινωνική ένταση δεν αποτελεί πια ένα φευγαλέο συναίσθημα. Είναι μια αόρατη μάζα που πιέζει τους δρόμους, τα σπίτια, τις σκέψεις. Κάθε διαδήλωση, κάθε φωνή αγωνίας μοιάζει να πέφτει σε κενό, καθώς η πολιτική τάξη αδυνατεί να δώσει νόημα ή διέξοδο. Τα κόμματα προβάλλουν αριθμούς, δημοσιονομικούς δείκτες και μιλούν για ισορροπίες εξουσίας, ενώ η κοινωνία ζητά λύσεις που υπερβαίνουν τα γραφειοκρατικά κλισέ…
Την ίδια στιγμή, το διεθνές περιβάλλον επιτείνει αυτή την αίσθηση αποσταθεροποίησης. Πόλεμοι που χρονίζουν, γεωπολιτικές εντάσεις, οικονομικές ανισορροπίες και μια Ευρώπη σε πλήρη αδυναμία να διαμορφώσει ενιαία στρατηγική. Στοιχεία που διαμορφώνουν ένα παγκόσμιο τοπίο σχιζοφρένειας.
Οι μεγάλες δυνάμεις επαναχαράσσουν σφαίρες επιρροής, ενώ οι κοινωνίες καλούνται να πληρώσουν το κόστος μέσα από δανεισμούς, ενεργειακές κρίσεις, πληθωρισμό και περιορισμό δικαιωμάτων. Η Ελλάδα δεν μένει ανεπηρέαστη. Αντίθετα, βιώνει αυτή τη διεθνή ανισορροπία χωρίς εσωτερική συνοχή και χάρτη πορείας.
Ο πρωθυπουργός παρακολουθεί εμβρόντητος και από απόσταση το αφήγημά του να καταρρέει. Η πεποίθηση ότι το πολιτικό του μέλλον εντός Ελλάδας είναι περιορισμένο τον οδηγεί να στρέφει το βλέμμα προς διεθνείς οργανισμούς, αναζητώντας μια νέα σκηνή όπου οι φιλοδοξίες του μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν. Η Ελλάδα, για εκείνον, είναι πια ξένος τόπος. Κάθε του βήμα στη δημόσια σφαίρα μοιάζει με κίνηση σε ένα τέλμα δίχως στέρεο έδαφος. Και κάθε πολιτική πρωτοβουλία του – συχνά προβληματική – λοιδορείται σχεδόν πριν ολοκληρωθεί.
Ο ορίζοντας αυτής της κυβέρνησης θολώνει καθημερινά και όλα μοιάζουν να κρέμονται από μια κλωστή. Το τυχαίο και το απρόβλεπτο – που πάντα συμβαίνουν σε μια χώρα – μπορούν ανά πάσα στιγμή να βάλουν φωτιά στο ήδη τρικλίζον πολιτικό σκηνικό. Επιταχυντής των εξελίξεων είναι η αβεβαιότητα για το αύριο που βαραίνει τις σκέψεις των ανθρώπων. Τα παράδοξα του κράτους, οι κλεισμένοι δρόμοι, οι καθυστερημένες δίκες, εντείνουν την επιθυμία για αλλαγή, κάτι που αποτυπώνεται πλέον καθαρά σε όλες τις σφυγμομετρήσεις.
Και ίσως, μέσα σ’ αυτή τη διάσταση της ειρωνείας και της αντίστασης, να γεννιέται η μόνη ελπίδα: ότι οι πολίτες, παρά την κόπωση και την απογοήτευση, μπορεί να αναστήσουν την πίστη στη δικαιοσύνη και την πολιτική. Ακόμα κι όταν οι θεσμοί εμφανίζονται ενσωματωμένοι, η κοινωνία παραμένει ζωντανή – σαν φως που διεκδικεί χώρο ανάμεσα στις σκιές.
*Ο Κώστας Παπαθεοδώρου είναι
δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ



