Η επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του προέδρου της (δικτάτορα κατά πολλούς), Νικολάς Μαδούρο, είναι ένα γεγονός που συντάραξε τη διεθνή κοινότητα, προκαλώντας μάλλον αμηχανία καταρχάς στην Ευρώπη και δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον, εφόσον θέτει σε αμφισβήτηση το σεβασμό στις αρχές νομιμότητας του Διεθνούς Δικαίου.
Οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν τη νύκτα 2 προς 3 Ιανουαρίου σειρά αεροπορικών επιθέσεων στη Βενεζουέλα, συνέλαβαν και μετέφεραν σε αμερικανικό έδαφος τον Νικολάς Μαδούρο ο οποίος κατηγορείται ότι είναι επικεφαλής ενός εκτεταμένου δικτύου λαθρεμπορίου ναρκωτικών, κάτι που ο ενδιαφερόμενος διαψεύδει, κατηγορώντας τις ΗΠΑ ότι θέλουν να τον ανατρέψουν για να αρπάξουν το πετρέλαιο της Βενεζουέλας.
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ διαπράττουν μια τέτοια πράξη, προκειμένου να επιβάλουν τα συμφέροντά τους και τη βούλησή τους σε περιοχές μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος. Οι Η.Π.Α. εισέβαλαν στον Παναμά στα μέσα Δεκεμβρίου 1989. Σκοπός της εισβολής ήταν η εκδίωξη του κυβερνήτη του Παναμά, στρατηγού Μανουέλ Νοριέγκα, ο οποίος καταζητούνταν από τις αμερικανικές αρχές για εκ-βιασμό και εμπορία ναρκωτικών. Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε στα τέλη Ιανουαρίου 1990 με την παράδοση του Νοριέγκα. Στη συνέχεια οι ΗΠΑ επέβαλαν τη δική τους θέληση στο καθεστώς διαχείρισης της Διώρυγας του Παναμά.
Τότε ήταν η Διώρυγα, τώρα φαίνεται να είναι το πετρέλαιο. Σύμφωνα με το Διεθνή Ορ-γανισμό Ενέργειας, στο υπέδαφος της Βενεζουέλας υπήρχε το 2023 περίπου το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε το Σάββατο, ότι θα δώσει την άδεια στις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να μεταβούν στη Βενεζουέλα για να εκμεταλλευθούν τα αποθέματα αργού της. «Οι πολύ μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες μας, οι πιο σημαντικές στον κόσμο, θα πάνε επιτόπου, θα δαπανήσουν δισεκατομμύρια δολάρια, θα επισκευάσουν τις υποδομές που έχουν σοβαρές ζημιές (…) και θα αρχίσουν να δημιουργούν έσοδα για τη χώρα», είπε, σύμφωνα με το iefimerida.gr.
Το θέμα δεν θα απασχολούσε ιδιαίτερα αν δεν ήταν μια καταφανής παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου. Ακόμα κι αν όσα ισχυρίζονται οι αμερικανοί είναι απόλυτα αληθή, αυτό δεν τους δίνει το δικαίωμα να εισβάλουν σε κυρίαρχη χώρα, κάτι που δεν φαίνεται να προβληματίζει ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Καθημερινής, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών. Προτεραιότητα αυτή τη στιγμή πρέπει να είναι η διασφάλιση ειρηνικής και ταχείας μετάβασης σε μία νέα, συμπεριληπτική κυβέρνηση που θα έχει πλήρη δημοκρατική νομιμοποίηση». Η δήλωση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις από τον πολιτικό κόσμο της χώρας, μεταξύ άλλων και από τον πρώην πρόεδρο της ΝΔ και πρώην πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά ο οποίος, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του CNN, δήλωσε ότι «ο κ. Μητσοτάκης οφείλει να γνωρίζει και να σέβεται το ότι οι αρχές του διεθνούς δικαίου δεν είναι ούτε επιλεκτικές, ούτε τις επικαλούμαστε κατά το δοκούν και με χρονική καθυστέρηση. Αυτήν την απλή, αλλά πολύτιμη αλήθεια θα έπρεπε καθημερινά να του θυμίζουν η Κύπρος και οι απειλές εναντίον των νησιών μας, της Θράκης μας και της εθνικής κυριαρχίας μας στο Αιγαίο».
Η δήλωση του κ. Σαμαρά, ανεξάρτητα από τις όποιες σκοπιμότητες που μπορεί να υπηρετεί και από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τον πολιτικό του βίο, θέτει ένα ζήτημα ουσίας όχι μόνο σε διεθνές επίπεδο, αλλά πολύ περισσότερο για την ίδια την υπόσταση της χώρας μας. Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα και αναθεωρητικές τάσεις, η προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί απλώς μια νομική υποχρέωση, αλλά την απαραίτητη συνθήκη για την επιβίωση της παγκόσμιας ειρήνης.
Για την Ελλάδα, η επίκληση των διεθνών κανόνων αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της εξωτερικής της πολιτικής, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των σύνθετων σχέσεών της με τη γείτονα Τουρκία. Οι ελληνοτουρκικές διαφορές, με επίκεντρο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, δεν είναι απλώς διμερή ζητήματα· είναι ζητήματα που άπτονται της εφαρμογής του Δικαίου της Θάλασσας. Η Τουρκία, αρνούμενη συχνά να αναγνωρίσει πλήρη επήρεια στα νησιά ή προβάλλοντας θεωρίες όπως αυτή της «Γαλάζιας Πατρίδας», κινείται εκτός του πλαισίου που αποδέχεται η συντριπτική πλειοψηφία της διεθνούς κοινότητας. Ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου προσφέρει μια αντικειμενική βάση επίλυσης. Χωρίς αυτό, η ισχύς του ισχυρότερου αντικαθιστά τη δύναμη του νόμου, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο εξοπλισμών και έντασης που υπονομεύει την οικονομική ανάπτυξη και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία καθιστά την τήρηση των διεθνών συμβάσεων πιο επιτακτική από ποτέ. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία υπενθύμισε με τον πιο σκ-ληρό τρόπο τι συμβαίνει όταν παραβιάζεται η εδαφική ακεραιότητα και η κυριαρχία κρατών. Στο Αιγαίο και την Κύπρο, η Ελλάδα αν-τιμετωπίζει συχνά προκλήσεις που αμφισβητούν διεθνείς συνθήκες, όπως η Συνθήκη της Λωζάννης. Η υιοθέτηση μιας στάσης που σέβεται το Διεθνές Δίκαιο επιτρέπει στην Ελλάδα να οικοδομεί ισχυρές συμμαχίες, να προωθεί τη σταθερότητα και, κατ’ επέκταση, να προστατεύει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Η νομική θωράκιση είναι το ισχυρότερο όπλο απέναντι σε αυθαίρετες διεκδικήσεις. Η ανάγκη για σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου δεν είναι μια θεωρητική εμμονή, αλλά μια ρεαλιστική ανάγκη.
Για να υπάρχει ηρεμία στη Μεσόγειο, όλες οι χώρες οφείλουν να αποδεχθούν ότι οι καλές σχέσεις δεν χτίζονται με απειλές ή την εφαρμογή του δικαίου του ισχυρού, αλλά με την πιστή τήρηση των κανόνων που διέπουν την παγκόσμια κοινότητα. Η παραπομπή στις καλένδες αυτού του βασικού ζητήματος, όταν παραβιάζεται κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο, δημιουργεί επικίνδυνες κερκόπορτες.



