Μέρος Α’

Εισαγωγικά: Ένα από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής είναι το ακατήχητο του χριστεπωνύμου πληρώματος. Αυτό έχει ως συνέπεια να έχουν εισχωρήσει στη λατρεία της ορθόδοξης Εκκλησίας, με αρχιερατικές ευλογίες, ανορθόδοξες πρακτικές, που δεν συνάδουν με το ορθόδοξο εκκλησιαστικό ήθος.
Στο παρακάτω άρθρο θα ασχοληθούμε με τρεις από αυτές (που δεν είναι και μοναδικές) και δυστυχώς, παρατηρούνται και στον χώρο της τοπικής εκκλησίας.
Αυτές είναι: Α. Η περιαγωγή – περιφορά των ιερών λειψάνων. Β. Η καθιέρωση προσκύνησης του λειψάνου αίματος του Οσίου Πορφυρίου. Γ. Η καθιέρωση προσκύνησης και εορτασμού αντιγράφων ιερών Αγ-ιορείτικων εικόνων, που συγκεκριμένη Μο-νή δωρίζει σε Μητροπόλεις και ενορίες. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ο έχων νουν νοείτω.

Η διδασκαλία της Εκκλησίας για
τα ιερά λείψανα των Αγίων
Οι άγιοι ως μέτοχοι και μέλη του σώματος του Χριστού φανερώνουν με τα χαρίσματά τους τον Χριστό, που κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή μένει αισθητά αθέατος. Η μίμηση των αγίων είναι μίμηση του Χριστού και συμπόρευση με το ενιαίο και αδιαίρετο σώμα Του, την Εκκλησία. Αναφερόμενο το κάθε μέλος της Εκκλησίας στους αγίους και ακολουθώντας την οδό που αυτοί «επόμενοι τω Χριστώ» υπέδειξαν, αποκτά «ομοήθειαν Χριστού».
Στην προοπτική αυτή κατανοείται και η ιδιαίτερη τιμή που αποδίδει η Ορθόδοξη Εκκλησία στα ιερά λείψανα των αγίων, τα οποία αποτελούν για τους πιστούς ταμεία χάριτος, πηγές ιαμάτων, απτή αίσθηση της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος και της ζωογόνου αύρας που εμφυσά στη ζωή της Εκκλησίας. Εκφράζουν την προσδοκία της Αναστάσεως από το σώμα των πιστών, γι’ αυτό είναι χαρακτηριστικό ότι μερικοί διώκτες των χριστιανών έκαιαν τα σώματα των μαρτύρων και προσπαθούσαν να τα εξαφανίσουν με κάθε τρόπο, νομίζοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα επετύγχαναν να εξαφανίσουν την ελπίδα της Αναστάσεως που ενθάρρυνε και ζωοποιούσε τους χριστιανούς και ήλεγχε τα έργα τους.
Διά των αγίων λειψάνων αισθανόμαστε και προγευόμαστε τη Δόξα της Βασιλείας του Θεού που με ορατά σημεία χαριτώνει τα σώματα αυτών, που από αυτή τη ζωή έζησαν μέσα στη δωρεά της αγάπης του Θεού. Επιβεβαιώνεται ότι ο δεσμός ψυχής και σώματος, ύλης και πνεύματος, είναι άρρηκτος και ότι ο άνθρωπος καλείται ως ψυχοσωματική οντότητα και πρόσωπο να σωθεί και να δοξασθεί από τον Θεό. Δοξάζονται, λοιπόν, και τα σώματά τους, ενώ το πνεύμα τους «συνεφραίνεται εν ουρανοίς», αυτών που δι’ έργων «έκλιναν υπήκοα» στην κλήση του Θεού.
Για το λόγο αυτό ο καλύτερος τρόπος να προσεγγίσουμε ορθόδοξα την πραγματικότητα του σώματος είναι να προσκυνήσουμε τα ιερά λείψανα των Αγίων. Ο ασπασμός ενός αγίου λειψάνου μεταγγίζει Χά-ρη στο σώμα μας, παρέχει στην ύπαρξή μας μέσα από τη σωματική μας αίσθηση το να συνειδητοποιεί τόσο το περιορισμένο όσο και τη μεγαλοσύνη, τη φθορά και την αφθαρσία του σώματός μας, με άλλα λόγια προγευόμαστε το μυστήριο του ανθρώπου και του Θεού.
Η μετάγγιση της Ζωής μέσα από τα νεκρά, αλλά ζωηφόρα σώματα των Αγίων περνά στα δικά μας σώματα και μας οδηγεί σε μια ρεαλιστική υλικοπνευματική ανθρωπολογία, από την οποία τόση ανάγκη έχουμε στις μέρες μας, και της οποίας οι Άγιοι Πατέρες έχουν σαφώς θέσει τα θεμέλια.

Α. Η περιαγωγή των
ιερών λειψάνων
Αν είχαμε ένα καθημερινό «δελτίο» μεταφοράς ιερών κειμηλίων, θα εντυπωσιαζόταν ο καθένας από την πρωτοφανή κινητικότητα. Ένα δε χαρακτηριστικό των τελευταίων χρόνων είναι ο λεγόμενος «συνεορτασμός των Αγίων». Δηλαδή, με αφορμή την εορτή ενός Αγίου σε μια ενορία (στην οποία πολλές φορές υπάρχει τεμάχιο του λειψάνου του εορταζόμενου Αγίου), μεταφέρονται και λείψανα άλλων Αγίων από άλλες Μητροπόλεις, για να έχουμε συνεορτασμό (;). Παρατηρήθηκε δε, να μεταφέρονται λείψανα Αγίων από άλλες Μητροπόλεις, ενώ λείψανα των συγκεκριμένων Αγίων διατηρούνται χρόνια τώρα σε επιχώριες ενορίες και Μονές (!).
Το αποτέλεσμα αυτών των πρακτικών είναι να υποβιβάζεται η εορτή του Αγίου, αφού το ενδιαφέρον του χριστεπωνύμου πληρώματος μετατίθεται στην προσκύνηση και τιμή των «εισαγομένων λειψάνων». Έτσι, καλλιεργείται μια άνευ προηγουμένου λειψανολατρεία, που ξεφεύγει από τα όρια της ορθόδοξης τιμής των Αγίων και καταντά ειδωλολατρία. Κάθε σκεπτόμενος ορ-θόδοξος μπορεί να καταλάβει, ότι η περιφορά λειψάνων σήμερα γίνεται:
Για λόγους οικονομικούς, δηλαδή, να σπεύσουν να προσκυνήσουν οι πιστοί δίδοντας τον όβολό τους. Για λόγους πνευματικής χειραγώγησης των πιστών, οι οποίοι εθίζονται στη λατρεία και όχι στην τιμή των λειψάνων, στα θρυλούμενα θαύματα, στις προφητείες και δεν μπαίνουν ποτέ στην ουσία του Χριστιανισμού, που είναι η αληθινή πνευματικότητα, η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη και βέβαια η ευθύνη.
Για λόγους προσωπικής προβολής των ιερωμένων, που κινούν και διεκπεραιώνουν την όλη διαδικασία, η οποία δεν είναι και τόσο απλή υπόθεση. Για να πετύχει η όλη διοργάνωση, απαιτείται μια… σκηνοθεσία (αγήματα, λιτανείες, πλήθος ιερέων και λαού, ΜΜΕ, παρουσία πολιτικών παραγόντων κλπ). Όμως, ο υπερπερισσεύων ναρκισσισμός κάνει θαύματα!
Όσοι συμφωνούν με την πρακτική της πε-ριαγωγής των ιερών λειψάνων, υποστηρίζουν ότι είναι αναγκαία η μεταφορά τους από τόπο σε τόπο, γιατί έτσι δίνεται η δυνατότητα στους πιστούς να προσκυνήσουν τα λείψανα, που δεν θα μπορούσαν να τα προσκυνήσουν εκεί, όπου φυλάσσονται, λόγω απόστασης κοκ.

Μικρή έρευνα στις σχετικές πηγές έδειξε, ότι στο Βυζάντιο ίσχυε το αντίστροφο απ’ ό,τι σήμερα: τα λείψανα δεν ταξίδευαν από τόπο σε τόπο, διότι απλώς ταξίδευαν οι προσκυνητές προς αυτά! Το δε προσκυνηματικό ταξίδι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές σε κάποιες περιόδους, γι’ αυτό και απαθανατίστηκε σε χρονογραφήματα, αλλά και στη λογοτεχνία (Ανατολής και Δύσης).
Η μετακίνηση λειψάνων (και εικόνων) πε-ριοριζόταν εντός των τειχών και μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις (πολιορκία, επιδημία, ανομβρία κλπ). Αποτελεί ειρωνεία – τουλάχιστον – το ότι σήμερα, που η μετακίνηση του ανθρώπου είναι εξαιρετικά πιο εύκολη απ’ ό,τι παλιότερα, να μετακινούνται τα λείψανα. Ειδικά στις μέρες μας, θα έπρεπε το φαινόμενο αυτό να είναι πολύ περιορισμένο.
Φυσικά, στην ιστορία εξήλθαν από μονή ή ναό λείψανα αγίων για λόγους ιδιαίτερα εκτάκτους, δηλαδή σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, πυρ, κοκ. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δικαιολογημένη, αν μη και επιβεβλημένη η έξοδός τους.
Στις μέρες μας, όμως, παρατηρείται το θλιβερό φαινόμενο να περιάγοντα τα ιερά και τα όσια ένθεν κακείθεν, χωρίς σοβαρή αιτία κι αφορμή, απλώς για λόγους – φευ! – «δημοσίων σχέσεων» ή οικονομικούς. Είναι αδιανόητη, επίσης, η λογική κάποιων: «Να φέρουμε ένα λείψανο, να έρθει κόσμος, να βγάλουμε λεφτά και να κάνουμε έργα στην εκκλησία για την αποπεράτωσή της». Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;
Νομίζω ότι το θέμα της μεταφοράς των ιερών λειψάνων θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά τη Διοικούσα Εκκλησία, γιατί πέρα από την έκπτωση στο φολκλόρ και το «εμπόριο», άπτεται της καθόλου ορθοδόξου πνευματικότητας.

Η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών με πρόσφατο εγκύκλιο σημείωμά της (22 Σεπτεμβρίου 2025), υπενθυμίζει δύο παλαιότερες εγκυκλίους της Εκκλησίας της Ελλάδος (1995 και 2003), όπου γίνεται ρητή αναφορά, ότι η μεταφορά και έκθεση προς προσκύνηση ιερών εικόνων, λειψάνων και λοιπών εκκλησιαστικών κειμηλίων (για αντίγραφα δεν γίνεται λόγος), πρέπει να πρα-γματοποιείται κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις: έγκριση Διαρκούς Ιεράς Συνόδου «κατόπιν αιτιολογημένης προτάσεως του αιτουμένου ιεράρχου και μόνον προς μείζον πνευματικόν όφελος του ευσεβούς λαού ή οσάκις ειδικαί ποιμαντικαί περιστάσεις επιβάλλωσι τούτο». Θα πει κανείς πως εδώ υπάρχουν πολλά… παραθυράκια και ο καθένας μπορεί να επινοήσει επιχειρήματα κοκ.
Όμως, στη Συνοδική Εγκύκλιο του 1995 περιγράφεται η προ τριακονταετίας κατάσταση που είναι ίδια και απαράλλακτη – και χειρότερη – με τη σημερινή: «Ο πόθος της προσκυνήσεως αυτών υπό του ευσεβούς ποιμνίου υπάρχει ιερός, πλην όμως ενίοτε ο τρόπος της διοργανώσεως του προσκυνήματος απάδει προς την σοβαρότητα του σκοπού, ήκιστα εξυπηρετών την πνευματικήν οικοδομήν των πιστών».
Η εγκύκλιος του 2003, επί Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, αναπαράγει, ουσιαστικά τα της εγκυκλίου του 1995, επί Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Τώρα, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β’, παραπέμπει στις δύο εκείνες εγκυκλίους, παρακαλώντας «δια την πιστήν τήρησιν των εν αυταίς διαλαμβανομένων». Τριάντα ολόκληρα χρόνια πέρασαν και η κατάσταση εκτραχύνθηκε και τώρα «δεν μαζεύεται», δυστυχώς…
Η μεταφορά και χρησιμοποίηση των ιερών λειψάνων κατά το δοκούν συνιστούν φοβερή εκκοσμίκευση! Τέτοιες πρακτικές δεν καλύπτουν τη μεταφυσική αναγκαιότητα της ύπαρξης, δεν οδηγούν στην εκ νέου ανακάλυψη της απολεσθείσας πνευματικότητας, αλλά φέρνουν στην επιφάνεια μια «μαγική» εκδοχή της Εκκλησίας, που συνιστά αλλοτρίωση.
Θα έπρεπε να μας προβληματίσει το γεγονός, ότι τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων της Επτανήσου ή η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Τήνου είναι αδύνατον να μετακινηθούν, οπουδήποτε εκτός του νησιού, όπου φυλάσσονται.

Συνεχίζεται

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ