Γράφει η Σοφία Σκλείδα

Η δίγλωσση ποιητική συλλογή Στην αγκαλιά της νύχτας, του Γιάννη Κ. Τσώλη, σε μετάφραση του αείμνηστου Ζαλώνη Αντωνίου, αποτελεί ένα τρυφερό και φιλοσοφημένο ταξίδι στον κόσμο των συναισθημάτων, της μνήμης και της ύπαρξης, δομημένο σε έξι ευρύτερες θεματικές ενότητες. Το έργο είναι γραμμένο τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα, γεγονός που του προσδίδει μια οικουμενική προοπτική και ανοίγει διαύλους επικοινωνίας με ένα ευρύτερο, διεθνές αναγνωστικό κοινό.
Ο τίτλος «Στην αγκαλιά της νύχτας», αποπνέει εξαρχής λυρισμό, στοχασμό και υπαρξιακή εσωστρέφεια. Η «νύχτα» λειτουργεί εδώ όχι μόνο ως χρονική ή φυσική στιγμή, αλλά κυρίως, ως σύμβολο της σιωπής, της μοναξιάς, της ενδοσκόπησης και της μνήμης. Η «αγκαλιά» της νύχτας υποδηλώνει μια μορφή παρηγορητικής αποδοχής – η νύχτα δεν είναι απειλητική, αλλά χώρος περισυλλογής, καταφυγίου και εσωτερικής αποκάλυψης.
Έτσι, ο τίτλος συνοψίζει εύστοχα το πνευματικό και συναισθηματικό κλίμα της συλλογής, όπου η ποίηση γεννιέται κυρίως μέσα από τη σιγή και τη σκοτεινή ώρα της ψυχής, με στόχο το φως.
Σύμφωνα με τα προηγούμενα, η επιλογή της θεματικής οργάνωσης ενισχύει τη συ-νοχή της συλλογής, προσδίδοντας έναν αφηγηματικό ρυθμό στην πορεία της ανάγνωσης. Οι έξι ενότητες λειτουργούν ως εσωτερικοί σταθμοί μιας πνευματικής διαδρομής, που κυμαίνεται ανάμεσα στην ονειρική μνήμη, τη χαρμολύπη του έρωτα, την αποδοχή της φθοράς και την τελική συμφιλίωση με τη νύχτα – μεταφορικά και υπαρξιακά.
Αξιοσημείωτο θεωρείται το γεγονός ότι στο τέλος της συλλογής εμφανίζονται εν-νέα τιτλοφορημένα ποιήματα. Η εκδοτική αυτή επιλογή προσδίδει βάρος στο τελευταίο μέρος, ως κορύφωση ή και προσωπικό επίλογο του ποιητή. Οι τίτλοι λειτουργούν εδώ ως θεματικοί φάροι και επιτρέπουν στον αναγνώστη να αναζητήσει συ-γκεκριμένα βιώματα ή νοήματα, σε αντίθεση με τα ατιτλοφόρητα ποιήματα των πρώτων ενοτήτων που κινούνται πιο αφαιρετικά και ενδοσκοπικά.
Ο έρωτας, η απώλεια, η προσδοκία, η μνήμη και ο χρόνος διατρέχουν ολόκληρη τη συλλογή. Το φως και το σκοτάδι χρησιμοποιούνται συχνά ως σύμβολα ζωής και ματαίωσης:
«Ο ήλιος τώρα είν’ αργός / κι εγώ ‘μαι νυχτωμένος… / το σεληνόφως άφαντο, / χαμένο στο σκοτάδι».
Η αίσθηση της απουσίας και της σιωπής συχνά υπερτερεί του θορύβου της επιθυμίας. Το βλέμμα του ποιητή στρέφεται όχι μόνο προς τον Άλλον – τον ερωτικό ή υπαρξιακό συνοδοιπόρο – αλλά και προς τον εσωτερικό του εαυτό, λειτουργώντας αυ-τοαναφορικά, άλλοτε με τρυφερότητα κι άλλοτε με μια υποδόρια μελαγχολία.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Τσώλης είναι λιτή, στοχαστική, με μια ρομαντική αύρα, που παραπέμπει σε κλασικές καταβολές, χωρίς όμως να στερείται σύγχρονου λυρισμού. Οι εικόνες είναι διαυγείς και έντονα κινηματογραφικές – όπως το εξώφυλλο του βιβλίου υποδηλώνει – ενώ οι μεταφορές και τα σύμβολα λειτουργούν οργανικά και όχι επιδεικτικά.
Επιπλέον, η αγγλική μετάφραση είναι ρέ-ουσα και αποδίδει με σεβασμό το ύφος του πρωτοτύπου. Δεν περιορίζεται σε κατά λέξη απόδοση, αλλά προσπαθεί να μεταφέρει το αίσθημα και τη μουσικότητα του ελληνικού λόγου, καθιστώντας την ποίηση προσιτή και σε αλλόγλωσσους αναγνώστες.
Η Δεύτερη Ενότητα της συλλογής διαφοροποιείται αισθητά από τη στοχαστική και ερωτική αύρα της Πρώτης, κινούμενη σε πιο υπαρξιακά, ηθικά και κοινωνικά μονοπάτια. Εδώ, η ποίηση αποκτά έντονα συμβολικό και συχνά προφητικό χαρακτήρα, εκφράζοντας μια ενδόμυχη αγωνία για την απώλεια του φωτός – κυριολεκτικά και πνευματικά.
Ο ήλιος επανέρχεται ως κεντρικό μοτίβο, με ισχυρό συμβολικό βάρος: εκπροσωπεί τη γνώση, τη διαύγεια, το καλό, ακόμα και την ίδια την ελπίδα. Όμως, αυτό το φως κινδυνεύει, είτε εξαιτίας της αδιαφορίας, είτε της συλλογικής παραίτησης: «…Κάντε κάτι να σταθεί ο ήλιος/ μη γεμίσει σκοτάδι η γη…». Η ποιητική φωνή όμως, δεν αρκείται στον λυρισμό. Απευθύνεται στο «εσείς», μια ευθεία ποιητική επίπληξη σε μια κοινωνία που αγναντεύει «σφυρίζοντας» την καταστροφή της. Ο ποιητής καταγγέλλει τη σιωπή και την αδράνεια απέναντι στην πτώση των «κάστρων», πιθανώς των αξιών ή των θεσμών.
Ταυτόχρονα, ο χειμώνας της καρδιάς και η άνοιξη που δεν έρχεται, αποτελούν ποιητικές αλληγορίες για την πνευματική στειρότητα, την έλλειψη ελπίδας και ηθικής αναγέννησης. Το μοτίβο της άνοιξης, αν και παραδοσιακά φέρει ελπιδοφόρους συνειρμούς, εδώ μετασχηματίζεται σε τραγική ειρωνεία: «…Παρότι ήρθε η άνοιξη / δεν άνθισαν ακόμη…». Η ανθισμένη άνοιξη μετατρέπεται σε ψευδαίσθηση. Τα παλιά, μαραμένα λουλούδια του παρελθόντος είναι το μόνο που θυμίζει ομορφιά – και αυτό με τη μορφή της ανάμνησης. Ο ποιητής μοιάζει να μας υπενθυμίζει πως η απουσία αντίστασης οδηγεί σε συλλογική πνευματική απονέκρωση.
Η παρουσία του πρώτου προσώπου ενισχύει τη βιωματικότητα, ενώ οι εικόνες ναυαγίου, σκοταδιού και εξαφάνισης παραπέμπουν σε πνευματική εσωστρέφεια, μετάνοια αλλά και συλλογική απογοήτευση. Έτσι, η Δεύτερη Ενότητα αποτελεί ίσως, την πιο κοινωνικά στοχαστική ενότητα της συλλογής. Είναι ένα δυναμικό κάλεσμα σε δράση, σε αφύπνιση, σε πνευματική αναγέννηση. Ο ποιητής παλεύει ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, αλλά δεν παραμένει ουδέτερος∙ αναλαμβάνει θέση, προσκαλώντας τον αναγνώστη να αναρωτηθεί: «…Θα ’ρθει άραγε;/Ή θα ’χουμε άνοιξη χωρίς ανθούς εφέτος;».
Στη συνέχεια, η τρίτη Ενότητα αποτελεί έναν δραματικό εσωτερικό αναστοχασμό που συνδυάζει υπαρξιακή περισυλλογή, απολογισμό και κοινωνική κριτική. Πρόκειται για την πιο πυκνή σε συμβολισμό ενότητα, με ποιήματα που εμπεριέχουν φιλοσοφικές ερωτήσεις, μνήμες, αλλά και βαθιά απογοήτευση για την ηθική κατάπτωση της εποχής.
Το εναρκτήριο ποίημα αναφέρεται στη πτώση των αστεριών – προφανώς, όχι με την αστρονομική αλλά με την αλληγορική σημασία: πρόκειται για την πτώση των αξιών, των ιδανικών, και των ανθρώπων που είχαν αναρριχηθεί σε θέσεις χωρίς να το αξίζουν. Ο ποιητής αναρωτιέται: «…Μήπως εγώ κι εσύ;/Το σκέφτηκες ποτέ;».
Η συλλογική ευθύνη και η ευθύνη της ανοχής είναι κεντρικά ερωτήματα εδώ.
Το επόμενο ποίημα αγγίζει πιο προσωπικά βιώματα. Η ποίηση εδώ επανέρχεται στην έννοια της χαμένης χαράς, στην ανάμνηση μιας παιδικής, ανόθευτης ευτυχίας που προσωποποιείται: «…Θέλω να λάμψω,/ώ χαρά, όπως έλαμπα πρώτα,/τι τώρα με σκοτείνιασε χαρά, ο χωρισμός σου…».
Εδώ η χαρά προσωποποιείται ως κάτι που χάθηκε με τον χωρισμό – είτε πρόκειται για ερωτικό πρόσωπο είτε για την απώλεια κάποιου νοήματος. Η σύνδεση παιδικότητας – φωτός – χαράς, δημιουργεί έναν άξονα αντίθεσης με το παρόν, που παρουσιάζεται σκοτεινό και βαρύ. Η ενότητα κορυφώνεται με ένα ποίημα που στέκεται μετωπικά απέναντι στην κοινωνική αδικία και την απανθρωπιά. Το κρύο και ο χειμώνας εδώ δεν είναι φυσικά φαινόμενα – είναι μεταφορές για τη συναισθηματική παγωνιά στις καρδιές των «μεγάλων»: «…Αλύγιστοι, χοντρόπετσοι/δεν βάζουν φρένο/ στην απανθρωπιά τους…».
Ο λόγος γίνεται προτρεπτικός, καταγγελτικός, χωρίς να χάνει την ποιητική του ποιότητα. Ο ποιητής αναλογίζεται με πικρό χιούμορ: «…Αναλογίζομαι πόσων κακών πρόξενοι θα ήταν ακόμη…/αν ήταν και αθάνατοι…». Η ειρωνεία κορυφώνει την πίκρα. Οι «μεγάλοι» – εκείνοι που κυβερνούν, κερδοσκοπούν ή εξουσιάζουν- δεν έχουν ηθικά όρια. Η ενότητα, παρότι αγγίζει τα όρια του υπαρξιακού και του ιδεολογικού, παραμένει λυρική, προσωπική, με έντονο συναισθηματικό φορτίο.
Ταυτόχρονα, η τέταρτη Ενότητα σηματοδοτεί μια πορεία εσωτερικής αποδοχής της απώλειας και νοσταλγικής μνήμης, διατηρώντας έναν λεπταίσθητο τόνο κοινωνικής παρατήρησης και συναισθηματικής μελαγχολίας. Πρόκειται για μια από τις πιο συμβολικά γειωμένες και λιτές σε έκφραση ενότητες της συλλογής, στην οποία η ατομική εμπειρία συμπλέκεται με το συλλογικό βίωμα. Το πρώτο ποίημα της ενότητας είναι χαρακτηριστικό της ευφυούς ποιητικής απλότητας του Τσώλη: «…Θα ’θελα να είχα ένα κομμάτι ήλιο/για να χορτάσω την πείνα μου./Από ήλιο πεινάει ο κόσμος…».
Ο ήλιος, που εμφανίζεται ήδη ως κεντρικός συμβολικός άξονας σε προηγούμενες ενότητες, εδώ αποκτά χαρακτηριστικά ηθικής τροφής. Δεν πρόκειται για τη σωματική πείνα, αλλά για την πείνα της ανθρωπότητας από φως, αλήθεια, αλληλεγγύη. Η τελευταία στροφή λειτουργεί σχεδόν σαν προφητικό απόφθεγμα: «…Όταν ο ήλιος μοιραστεί τότε θα φτιάξει η ανθρωπότητα…». Επιπλέον, η χρήση του όρου “μοιραστεί” παραπέμπει άμεσα στη δικαιοσύνη, στην κοινωνική ισότητα, σε μια ουτοπική προοπτική όπου το φως δεν είναι προνόμιο αλλά κοινό αγαθό.
Το δεύτερο ποίημα της ενότητας διατηρεί τον τόνο της απογοήτευσης, με αναφορά στη Φραγκοσυριανή – μια κλασική φιγούρα της ελληνικής ρομαντικής παράδοσης: «…Κάποιος ταξίδεψε ως εκεί/ με δικά σου έξοδα/και δεν τη θυμήθηκε…». Η προδοσία των υποσχέσεων και η εκμετάλλευση λειτουργούν εδώ με εξαιρετική οικονομία λόγου. Ο ποιητής αναφέρεται σε εκείνους που ξέχασαν τις ρίζες, τις δεσμεύσεις τους, τους ανθρώπους που άφησαν πίσω – κάτι που μπορεί να διαβαστεί ως πολιτική αλληγορία, αλλά και ως προσωπικό σχόλιο για διαλυμένες σχέσεις και αχαριστία.
Το τρίτο ποίημα ανασύρει τη γνωστή ποιητική θεματική της συλλογής: η άνοιξη που έρχεται αλλά δεν διαρκεί, η εμπειρία που χάνεται: «…Ξεθώριασαν της άνοιξης τα χρώματα./Διάβηκε γρήγορα…». Ο ποιητής εγκιβωτίζει τα βιώματά του σε πίνακες μνήμης, προσδίδοντάς τους σχεδόν μουσειακή υπόσταση. Η νοσταλγία, λέξη-κλειδί σε αυτό το ποίημα, λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στον δύσκολο «χειμώνα» της ζωής, στα χρόνια της ωριμότητας, της μοναξιάς, της απώλειας: «…Τις έχω κάνει πίνακες/στο κάδρο της ψυχής μου/ και τις θωρώ νοσταλγικά τους δύσκολους χειμώνες…».
Παράλληλα, η πέμπτη Ενότητα της συλλογής στρέφεται καθαρά προς τη μεταφυσική και θεολογική αναζήτηση, συνθέτοντας έναν ύμνο πίστης, ελπίδας και σωτηρίας. Σε αντίθεση με την κοινωνική απογοήτευση ή τη μελαγχολική νοσταλγία των προηγούμενων ενοτήτων, εδώ κυριαρχεί η βεβαιότητα της παρουσίας του Θείου ως καταφύγιου και πνευματικού οδηγού.
Στο ποίημα – εναρκτήριο της ενότητας αντηχεί το δοξολογικό και ομολογιακό ύφος: «…Άξιος ο Πρώτος ο Δημιουργός/ Αυτός κυρίαρχος της ζωής…». Η πίστη στον Θεό δεν προβάλλεται εδώ δογματικά, αλλά λυρικά και υπαρξιακά. Η φράση «Έχω Εκείνον δίπλα μου» συνιστά πυρήνα αυτής της ενότητας. Ο Θεός παρουσιάζεται όχι μόνο ως σωτήρας, αλλά και συνοδοιπόρος στις δοκιμασίες, μετατρέποντας τον φόβο σε εμπιστοσύνη και τον θάνατο σε προοπτική αιωνιότητας.
Το αμέσως επόμενο ποίημα φέρει δραματικότητα και εσωτερικό διάλογο με το Θείο. Η ποιητική φωνή παρομοιάζει τον εαυτό της με στρατοκόπο της ζωής, που έχει χαθεί σε «βαθύ ποτάμι», δηλαδή σε υπαρξιακή κρίση: «…Προτού το χάος της απελπισίας/με καταπιεί, ήρθες…». Ο Θεός εμφανίζεται σχεδόν σωματικά, φιλικά, αγγίζοντας τον ώμο και προσφέροντας λόγο παρηγοριάς: «…Ακούμπησε πάνω μου /κι εγώ θα σε περάσω /στην απέναντι όχθη…». Πρόκειται για συγκινητική προσωποποίηση του θείου ελέους, που θυμίζει τη βιβλική εικόνα του Καλού Ποιμένα.
Το τρίτο ποίημα της ενότητας αντλεί από τη χριστιανική παράδοση του Πάθους και της Ανάστασης, αποδίδοντας όμως, με προσωπικό λυρισμό την αντίθεση λύπης και χαράς: «…Λύπης για το κακό που έκαναν/οι συνάνθρωποί μου στον Κύριον / και χαράς, γιατί απέτυχαν να σταυρώσουν την Ανάσταση…». Η συγκίνηση δεν είναι απλή μίμηση θρησκευτικής συγκίνησης· είναι αναμέτρηση με το Κακό, και η Ανάσταση είναι πια πνευματική νίκη απέναντι στη βία και την πλάνη. Επιπρόσθετα, η έκφραση της ανημποριάς διατυπώνεται με μια εσωτερική προσευχή που ζητά από τον Χριστό να μετατρέψει την εσωτερική ένταση σε κοινωνικό έργο: «…Μέσα μου ηφαίστειο η ψυχή κοχλάζει./Κάνε Χριστέ μου… να ’ναι πνευματοφόρος/ ν’ αγγίξει απνευμάτιστους…». Η αναφορά στους «απνευμάτιστους» δείχνει την αποστασιοποίηση της κοινωνίας από το πνεύμα, και ζητά να «αναστηθεί» ο τόπος.
Η ενότητα κλείνει με ένα ποίημα ελεγείας για όσους χάθηκαν πρόωρα – είτε σωματικά, είτε πνευματικά. Οι στίχοι λειτουργούν σαν νεκρολογία υπαρξιακής σύγχυσης: «…Χάθηκαν στην έρημο./Δεν τερμάτισαν./Κρίμα; Κι ήταν τόσο ταχείς;». Ο ποιητής δεν καταδικάζει. Αναρωτιέται. Με υπαρξιακή συμπόνια, αναλογίζεται τη βιασύνη, τη σύγχυση, την πλάνη. Δεν εκφέρει κρίση. Μόνο συγκρατημένη θλίψη. Στο πλαίσιο αυτό η έκτη ενότητα της συλλογής λειτουργεί ως λυρικός επίλογος, όπου η ποίηση επιστρέφει στην προσωπική μνήμη, τον έρωτα και την απώλεια, διατηρώντας έναν ευαίσθητο και νοσταλγικό τόνο. Αν στις προηγούμενες ενότητες κυριαρχούσαν η κοινωνική συνείδηση, η υπαρξιακή αγωνία ή η πίστη, εδώ επανέρχεται η βιωματική αφήγηση, με ήπια μελαγχολία και βαθιά συναισθηματικότητα.
Το πρώτο ποίημα της ενότητας, με τη λιτή εικονοποιία των λουλουδιών και της κίνησης του φεγγαριού, αποδίδει την προδοσία μιας μικρής υπόσχεσης: «…Δεν ήλθες απ’ τον κήπο μου /να δρέψεις δυο ροδόκρινα…». Ο κήπος εδώ είναι μεταφορά του εσωτερικού κόσμου, της ευαλωτότητας του ποιητή, της προσδοκίας για ανθρώπινη παρουσία, ίσως ερωτική. Η απουσία του προσώπου αφήνει μια σιωπηλή πληγή, μια ήρεμη αλλά ανεξίτηλη λύπη.
Στο ποίημα που ακολουθεί, η χρήση των εποχών αποκτά δραματουργικό ρόλο: «…Φθινόπωρο ήταν που την πρωτοείδα… /και την έχασα για πάντα…». Η μορφή της αγαπημένης, άλλοτε παρούσα και άλλοτε απούσα, ενσωματώνεται στην κυκλικότητα του χρόνου, χωρίς όμως να επιστρέφει. Ο ποιητής, όπως και στην υπόλοιπη ενότητα, δεν κραυγάζει την απώλεια, αλλά τη συνοψίζει με ποιητική συγκράτηση, σαν θύμηση που έγινε αποδοχή.
Σε άλλο ποίημα της ενότητας, η πρώτη «καλημέρα» αναγορεύεται σε ιερό προσωπικό κειμήλιο: «…Αυτή έχω μόνο, /δεν έχω κάτι άλλο /που να ξέρει ν’ αγαπά…». Πρόκειται για ένα ερωτικό ομοίωμα, όπου η αρχή μιας σχέσης, ή και μιας στιγμής, γίνεται ο μόνος τρόπος επιβίωσης της αγάπης στη μνήμη. Η «καλημέρα» δεν είναι φράση – είναι μνημονικό ορόσημο.
Σε μια από τις πιο ποιητικά πλούσιες στιγμές της ενότητας, ο ποιητής πλάθει έναν ονειρικό, ερωτικό παράδεισο, όπου ο αγαπημένος ή η αγαπημένη καλείται να μείνει «Όλη μέρα»: «…Πρωί να τρέξω να σε βρω / να σε σφιχταγκαλιάσω,/μέσα στον κήπο της καρδιάς / για πάντα να σε κλείσω…». Η επιθυμία για ένωση, σταθερότητα και διαρκή παρουσία κορυφώνεται εδώ με στοργή αλλά και τραγική ευαισθησία, αφού η μονιμότητα αυτή έρχεται πάντα ως ποθητή, ποτέ ως δεδομένη.

Το τελευταίο ποίημα της ενότητας ενσωματώνει τα πάντα: την ημέρα που «μελαγχόλησε», την ψυχολογική αποσύνθεση της στιγμής, τα σκοτεινά νέφη που εμποδίζουν τη χαρά: «…Λίγα νέφη αιωρούμενα να στερούν τη χαρά της πορείας μου…».
Ο ποιητής αναγνωρίζει πως το σκοτάδι δεν είναι καταστροφικό – είναι φυσική φάση του βιώματος, της ζωής, του έρωτα, της απώλειας. Το φως που έρχεται ή χάνεται διαμορφώνει την «πορεία» και αφήνει ίχνη – «χαράγματα» του ανθρώπου στο χρόνο.
Συνεχίζοντας, τα εννέα τιτλοφορημένα ποιήματα που κλείνουν τη δίγλωσση συλλογή του Γιάννη Κ. Τσώλη λειτουργούν ως κατακλείδα στοχασμού και συνοψίζουν με προσωπικό και ποιητικά ώριμο τρόπο τις βασικές θεματικές που διέτρεξαν τις έξι ενότητες: πίστη, μοναξιά, παρηγοριά, ελπίδα, πολιτική απογοήτευση, νεότητα και μνήμη.
Ιδιαίτερα, το ποίημα Αποκάλυψη αποδίδει με υπαρξιακή απλότητα τη μεταφυσική εμπειρία της θείας παρουσίας, αντλώντας από την παραβολή του χαμένου προβάτου.Η “Αποκάλυψη” δεν είναι θεολογικό δόγμα, αλλά εσωτερική βεβαιότητα αγάπης και σωτηρίας. «…Μέσα στο βυθό της μοναξιάς μου /άκουσα το βήμα Του…».
Από την άλλη, η Αρωγή λειτουργεί ως ποίημα συλλογικής συνείδησης και ανθρώπινης ενότητας. Μέσα από την τραυματική εμπειρία, οι άνθρωποι βρίσκουν κοινή φωνή, κοινό βηματισμό και ανακαλύπτουν τη δύναμη της συντροφικότητας για να προχωρήσουν στη ζωή. «…Στο απροσδόκητο κακό / ενώσαμε τους στεναγμούς μας…».
Το Αναμονή είναι ένα ποίημα μελαγχολικό, όπου η παύση της ελπίδας και των ονείρων προβάλλει ως σύμπτωμα ψυχικής εξάντλησης. Ωστόσο, η «κενή θέση» υποδηλώνει πως υπάρχει χώρος για επανεκκίνηση, αν έρθει η «άνοιξη» – είτε φυσική είτε συμβολική. «…Κουρασμένα τα όνειρα / σταμάτησαν…».
Ακολούθως, στο Παρηγοριά ο ποιητής αναζητά παρηγοριά στον Θεό, όχι από φόβο αλλά από ανθρώπινη ανάγκη καταφυγίου. Η καταιγίδα είναι η ζωή, το «ουράνιο τόξο» δεν φαίνεται, και η μόνη απόχρωση που μπορεί να δώσει νόημα είναι το αίμα του Σταυρού – θεολογική, λυτρωτική χρωματική ύλη της ύπαρξης. «…Τρέχω αποστάτευτος / μες στις ριπές της καταιγίδας…».
Έπειτα, το Απουσίες είναι ένα σαφώς πολιτικό ποίημα. Με λυρικό ρεαλισμό και κατηγορηματική ένταση, ο ποιητής μιλά για προδοσία εμπιστοσύνης, για ηθική κατάρρευση της εξουσίας. Η επίκληση της Τισιφόνης (μιας από τις Ερινύες) και της Νέμεσης προσδίδει μυθολογική νομιμοποίηση της οργής. «…Τους επιλέξαμε /τους εμπιστευτήκαμε…».
Με ρητορικό ύφος και φιλοσοφικό υπόβαθρο, το ποίημα Σ’ όποιον ζητεί προαγωγή, απορρίπτει την τυφλή φιλοδοξία. Ο ποιητής θέτει ως κριτήριο αξίας την αληθινή ανωτερότητα του ήθους, όχι τη θέση εξουσίας. Πρόκειται για ποίηση με παιδευτικό χαρακτήρα, που θυμίζει αρχαία γνωμικά ή παραινέσεις.
Εν συνεχεία, το ποίημα Νεότητα είναι ένα ποίημα – αναπόληση, σχεδόν ωδή στη νιότη. Με λυρισμό και απαλό φως, ο ποιητής μνημονεύει εκείνα τα χρόνια όπου «το φτέρωμά του» τον ύψωνε πάνω απ’ τη γη. Το ποίημα λειτουργεί ως έπαινος της αθωότητας και ταυτόχρονα, θρήνος για την άγνοια του θησαυρού που κατείχε. «Αντίκρισα δυο πρόσωπα / γλυκά, νεανικά…».
Τέλος, το ποίημα Θύμισες, που φαίνεται να επανεμφανίζεται με ελαφρές διαφοροποιήσεις από την έκτη ενότητα, προσφέρει μια παραλλαγή πάνω στο ίδιο θέμα: η άνοιξη, τα χρώματα, η χαρά που χάνεται γρήγορα, και η ανάσυρση των αναμνήσεων σαν πίνακες στο “κάδρο της ψυχής”. Η νοσταλγία μεταμορφώνεται σε μορφή επιβίωσης.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η γλώσσα του Τσώλη – καθαρεύουσα στην ουσία αλλά απλοποιημένη στη χρήση – συχνά χρησιμοποιεί καθημερινές λέξεις, αλλά με ρυθμική και μετρική ακρίβεια, που προσδίδει μουσικότητα και συναισθηματική ένταση. Η γλώσσα του αποφεύγει τον εξεζητημένο λυρισμό, αλλά δεν διστάζει να κινηθεί και σε στιγμές υψηλού ύφους, όταν το απαιτεί η θεματική (π.χ. στα θεολογικά ή τα πολιτικά ποιήματα).
Κατά συνέπεια, το ύφος είναι ήπιο, στοχαστικό, εξομολογητικό, με τάσεις ηθικής καταγραφής και βαθιάς ευαισθησίας. Σε ορισμένα ποιήματα –κυρίως αυτά της πέμπτης και της έκτης ενότητας– το ύφος γίνεται σχεδόν προσευχητικό, σαν ενδόμυχη συνομιλία με μια ανώτερη Δύναμη ή με τη μνήμη.
Καταλήγοντας, η συλλογή Στην αγκαλιά της νύχτας είναι μια ευαίσθητη και ισορροπημένη κατάθεση ψυχής, μια σύγχρονη ελεγεία στον έρωτα, στη μνήμη και στη μοναξιά, που απευθύνεται τόσο στον έμπειρο όσο και στον ευαίσθητο αναγνώστη.
Η θεολογική αναζήτηση, η ηθική αγανάκτηση, η τρυφερή μνήμη, ο κήπος του έρωτα και η ελπίδα της ανάστασης συνθέτουν ένα πολύφωνο ψηφιδωτό, που αξίζει να διαβαστεί τόσο για τη λυρικότητά του όσο και για τη βαθύτατα ανθρώπινη αλήθεια που το διαπερνά.

*Η Σοφία Σκλείδα είναι φιλόλογος, συγγραφέας, διδάκτωρ Συγκριτικής Παιδαγωγικής, αντιπρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ