Η δεύτερη μέρα του 4ου Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας στην πόλη μας (ενός Φεστιβάλ που πλέον έχει γίνει θεσμός που οφείλει την ύπαρξή του στη δραστήρια ενασχόληση των εμπνευστών του και στη συνεργασία πληθώρας φορέων αποδεικνύοντας τι μπορεί να καταφέρει η εποικοδομητική συνεργασία)ήταν αφιερωμένη μεταξύ άλλων και στο θέμα των παραβατικών συμπεριφορών στην σύγχρονη Ελληνική Κοινωνία.
Όσα ειπώθηκαν υπήρξαν άκρως ενδιαφέροντα, αλλά απέκτησαν μια ιδιαίτερη επικαιρότητα αφού με τη λήξη σχεδόν των δράσεων του Φεστιβάλ, στην πνευματική στέγη του ΣΚΟΥΦΑ, λίγα μέτρα μακρύτερα, στην πλατεία μπροστά στον Άγιο Δημήτριο ομάδες νεαρών εφήβων, κάποιοι εκ των οποίων ήταν ανήλικοι, συνεπλάκησαν με απίστευτη ένταση και βία, με αποτέλεσμα την παρέμβαση της αστυνομίας.
Η εφηβική βία είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει πολύ την κοινωνία μας και για το οποίο έχουν γραφεί ουκ ολίγες αναλύσεις που εστιάζουν κυρίως στην αναζήτηση των αιτιών. Ο κοινός τόπος όλων αυτών των αναλύσεων είναι πάνω-κάτω ο εξής: τα αίτια της παραβατικότητας εφήβων, μπορεί να είναι τριών ειδών: οικογενειακά, κοινωνικά και όσα σχετίζονται με την αποδοχή λανθασμένων προτύπων.
Όταν μιλάμε για αίτια που προέρχονται από την οικογένεια, αναφερόμαστε στη συνέχιση ενός κύκλου επιθετικότητας ή την αμέλεια και την έλλειψη προσοχής των γονέων προς τα παιδιά τους, τα οποία πολλές φορές προσπαθούν να τους τραβήξουν την προσοχή με ανορθόδοξους και καταστρεπτικούς τρόπους. Τα κοινωνικά αίτια της εφηβικής παραβατικότητας μπορεί να έχουν να κάνουν με την αίσθηση αποκλεισμού που λαμβάνει ο έφηβος από τον κοινωνικό του περίγυρο.
Τέλος τα λανθασμένα πρότυπα που προβάλλονται από τα Μ.Μ.Ε και το διαδίκτυο, μπορεί να οδηγήσουν ένα άτομο, στην ευάλωτη περίοδο της εφηβείας του, να κανονικοποιεί παραβατικές συμπεριφορές που προβάλλονται από τις οθόνες και να πιστεύει πως, αν τις ακολουθήσει, θα γίνει πιο cool. Πολύ σωστά είναι όλα αυτά, αλλά δεν εξηγούν ούτε την ταχύτατη αύξηση των φαινομένων, ούτε την κανονικοποίησή τους, ούτε την αδιαφορία των συνομηλίκων για το απεχθές φαινόμενο.
Πολύ φοβάμαι ότι για την έξαρση και την ταχύτατη ανάπτυξη του φαινομένου ευθύνεται μάλλον η εντελώς απρόσκοπτη και διαρκώς εντεινόμενη ηγεμονία της βίας που κυριαρχεί στην εποχή μας. Από την αντιμετώπιση ειρηνικών διαδηλώσεων με «αύρες» και βιαιοπραγίες (καταφανές παράδειγμα η αντιμετώπιση της ειρηνικής διαδήλωσης του συλλαλητηρίου για τα Τέμπη τον Ιανουάριο), μέχρι τη βία κατά ανηλίκων έξω από το Υπουργείο Παιδείας, κι από τις δολοφονίες εν μέση οδώ γνωστών δημοσιογράφων μέχρι τις εν ψυχρώ εκτελέσεις ατόμων που αποδεικνύονται στελέχη του οργανωμένου εγκλήματος, η βία είναι εδώ και τείνει να γίνει όχι απλώς μέρος της καθημερινότητάς μας, αλλά και κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό: ένα σύνηθες φαινόμενο που δεν μας προκαλεί πλέον καμιά απορία αλλά και καμιά αντίδραση.
Πώς να μη γίνουν βίαια τα παιδιά μας όταν βλέπουν διαρκώς γύρω τους τη βία να εξυμνείται και την εγκληματικότητα να ανθίζει σχεδόν ατιμώρητη; Δεν είναι μόνο τα δεκάδες ανεξιχνίαστα εγκλήματα, δεν είναι ότι ακόμη και για γεγονότα που έχουν καταγραφεί στην κοινή συνείδηση ως εγκλήματα, όπως το έγκλημα των Τεμπών, η αίσθηση είναι πως επιχειρείται μια ευρεία προσπάθεια συγκάλυψης ή αποποίησης ευθυνών, δεν είναι ότι βιαστές, δολοφόνοι, άτομα που βαρύνονται με κατηγορίες για εμπόριο ναρκωτικών ακόμα κι όταν συλλαμβάνονται αφήνονται να κυκλοφορούν ελεύθεροι (κάποιοι μάλιστα αφού καταδικάστηκαν κιόλας!). Είναι κι ότι απ’ ό,τι φαίνεται όλος αυτός ο κύκλος της βίας γίνεται κάτω από τα μάτια της ίδιας της πολιτείας, όπως καταδεικνύει το πρόσφατο έγκλημα στην Κρήτη.
Όταν σε ένα χωριό (ακόμα και της Κρήτης όπου είναι γνωστό πως υπάρχει – κακώς, πολύ κακώς! – μια κάποια ανεκτικότητα των αρχών ως προς το θέμα της οπλοφορίας) τοποθετείται εκρηκτικός μηχανισμός και βγαίνουν αυτόματα όπλα σε χέρια πολιτών, δε μπορεί να πιστέψει κανείς ότι δεν υπάρχει κάποια αίσθηση ατιμωρησίας. Η τέτοια αίσθηση δημιουργείται μόνο αν υφίσταται κάποιου είδους κάλυψη είτε από μέλη των διωκτικών αρχών (κάτι που δυστυχώς αποτελεί ενδεχόμενο μετά και από τις τελευταίες αποκαλύψεις για εμπλοκή αστυνομικών σε δίκτυο εμπορίας ναρκωτικών), είτε από στελέχη της τοπικής ή και της κεντρικής διοίκησης με πολιτικές «πλάτες» σε ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες.
Όλα αυτά είναι προϊόν της ίδιας της κοινωνίας μας που βαδίζει αργά, αλλά σταθερά, προς μια μεταστροφή της σε κακέκτυπο της αμερικανικής κοινωνίας με τα γκέτο, τις συμμορίες (ενηλίκων και ανηλίκων), τις βαθιές κοινωνικές διαφορές και με κυρίαρχα πρότυπα το εύκολο χρήμα, την παρανομία και τη «μαγκιά».
Ακόμα και στα (ο Θεός να τα κάνει) τραγούδια που ακούνε οι νέοι μας σήμερα ποια πρότυπα κυριαρχούν; Αυτά του παράνομου που διακινεί ναρκωτικά, επιδιώκει και κερδίζει με παράνομα μέσα εύκολο χρήμα, δεν δεσμεύεται από κανόνες, νόμους και υποχρεώσεις και «καίει» το μυαλό του στα ηλεκτρονικά. Όταν δεν προβάλλονται σωστά μοντέλα ζωής ούτε από την οικογένεια, ούτε από το σχολείο, ούτε από την πολιτεία, τότε είναι λογικό και επόμενο ότι ο νέος θα κατασκευάσει ένα δικό του μοντέλο επιβίωσης στην κοινωνία που θα βασίζεται στον «νόμο» της ζούγκλας. Οι αξίες άλλα και τα λειτουργήματα που εξευγενίζουν τον άνθρωπο, όπως είναι οι εκπαιδευτικοί, υποτιμώνται από τα σύγχρονα κράτη, και στον αντίποδα προβάλλονται αυτοί που βγάζουν εύκολο χρήμα κλέβοντας τα πάντα.
Θα υπήρχε άραγε βία σε έναν κόσμο όπου η επιβίωση και η ευημερία, η ασφάλεια και ο άνετος βίος θα ήταν εξασφαλισμένα; Δύσκολα μπορεί να απαντήσει κάποιος σε τούτο το ερώτημα. Η ιστορία του Κάιν με τον Άβελ λέει πως ακόμα και τότε η βία μπορεί να κάνει την εμφάνισή της, διότι κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τα ασίγαστα πάθη του ανθρώπου. Άλλο όμως οι μεμονωμένες περιπτώσεις και άλλο η καθημερινότητα της ανασφάλειας και των συνεχών κρουσμάτων βίας.
Το κακό είναι ότι όσο και να προσπαθήσει κανείς δεν μπορεί να δει άμεσα λύση στον ορίζοντα. Μια κάποια αχτίδα ελπίδας για το μέλλον συνιστά το γεγονός ότι υπάρχουν κι εκδηλώσεις σαν το 4ο Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας, όπου γίνονται συζητήσεις εποικοδομητικές για τα μείζονα αυτά θέματα και όπου προβάλλεται μια άλλη αισθητική, κόντρα στη βία και τη λογική της . Η υπέροχη απόδοση έργων του Μίκη Θεοδωράκη από τη Φιλαρμονική του ΣΚΟΥΦΑ υπό τη διεύθυνση του μαέστρου, Αντώνη Κατσαούνου, δείχνει το δρόμο της αντίδρασης και του πολιτισμού. Ας τον ακολουθήσουμε.



