Γιορτάζοντας την επέτειο του «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου 1940, δεν μπορούμε να μην αναλογιστούμε τι ήταν αυτό που ώθησε έναν ολόκληρο λαό να ξεπεράσει τις διαφορές που τον χώριζαν, να υπερβεί τις αντικειμενικές δυσκολίες και την αριθμητική αλλά και τεχνολογική υπεροχή του αντιπάλου και να καταγάγει μια εποποιία, αντάξια της οποίας βρίσκει κανείς μόνο στο πολύ απώτερο παρελθόν.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Βασίλη Καραποστόλη (στο βιβλίο του Διχασμός και εξιλέωση από τις εκδόσεις Πατάκη), «με την πράξη του ο εισβολέας προκάλεσε τη σύσφιξη δεσμών που είχαν χαλαρώσει πολύ. Σε ποιον επιτίθεται ο Μουσολίνι; Σ’ εμάς. Αλλά πού βρισκόμαστε εμείς; Ποιοι είμαστε; Δια μιας η επίθεση των Ιταλών δημιούργησε για τους διασπασμένους γηγενείς ένα κέντρο, ένα σημείο στήριξης της άμυνας κι αυτό το κέντρο ήταν ένα βεβαιωμένο συναίσθημα.[…]Μέσα σε λίγες μέρες λέξεις, έννοιες και εικόνες που χρησιμοποιούνταν για να περιγράφουν και να αναπαριστούν την κοινωνία και την πολιτική, αποσύρονται, ξεθωριάζουν, για να ξα- ναεμφανιστεί στον ορίζοντα η μορφή μιας ταλαιπωρημένης πατρίδας». Έχω την εν- τύπωση ότι αυτό που υπονοεί ο καθηγητής είναι ότι στην περίπτωση της ομόθυμης αντίδρασης των ελλήνων απέναντι στην ωμή πρόκληση των Ιταλών λειτούργησε το αντανακλαστικό του πατριωτισμού των απλών ανθρώπων του λαού.
Στις μέρες μας φαίνεται να ελλείπει από τους έλληνες ο πατριωτισμός που οδηγεί στον υπέρ πάντων αγώνα για τη σωτηρία της πατρίδας. Πολλοί μάλιστα αποφεύγουν συνειδητά να δηλώσουν πατριώτες, καθόσον η έννοια αυτή συχνά ταυτίζεται με τον εθνικισμό ο οποίος έχει αποκτήσει στις μέ- ρες μας (ως αποτέλεσμα και του Β΄ Πα- γκοσμίου πολέμου και των ναζί) αρνητική χροιά. Ως προς το θέμα αυτό είναι διαφωτιστικά όσα αναφέρονται σε μια έκθεση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων όπως εμφανίζεται στην ιστοσελίδα http://foundation.parliament.gr/VoulhFoundation/e8nikismos. Αναφέρεται, εκεί, χαρακτηριστικά: «Ο εθνικισμός εμφανίστηκε ως μια πολιτική ιδεολογία αλλά και πρακτική και νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία άτομα της ίδιας εθνότητας πρέπει να είναι ελεύθερα να συγκροτήσουν ένα δικό τους κράτος.[…] Ο εθνικισμός, όπως εμφανίστηκε κατά τον 18ο αιώνα, υπήρξε δημοκρατικός και έδινε βαρύτητα όχι μόνο στα κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά των εθνών αλλά και στην ιδιότητα του πολίτη και την επιθυμία του να ανήκει στο έθνος – λαό. Αυτή η εθνικιστική -πατριωτική και δημοκρατική- ιδεολογία διαμόρφωσε τις συνειδήσεις των επαναστατημένων Ελλήνων του 1821 και οδήγησε στην ανεξαρτησία της Ελλάδας.
Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα […]η σημασία του εθνικισμού και της έν- νοιας του έθνους άλλαξαν. Τα πολιτιστικά και βιολογικά στοιχεία του έθνους απέκτησαν προτεραιότητα, η δημοκρατία και η ιδιότητα του πολίτη υποβαθμίστηκαν και ο λαός διαχωρίστηκε από το έθνος. Σημασία δόθηκε αποκλειστικά στην κοινή καταγωγή, το αίμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις παραδόσεις, ενώ αγνοήθηκαν τόσο η δη- μοκρατική μορφή του πολιτεύματος όσο και ο ελεύθερος να αυτοκαθοριστεί πολίτης. […] Ο λαός δεν μπορούσε να ταυτίζεται πια με το έθνος, γιατί περιελάμβανε και άλ- λες εθνικές μειονότητες, το ζήτημα των οποίων μετατράπηκε σε ένα από τα σημαντικά θέματα εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων. Είναι αυτός ο εθνικισμός ή υπερεθνικισμός που διαμόρφωσε το ιδεολογικό πλαίσιο το οποίο οδήγησε στους δύο παγκόσμιους πολέμους και έφθασε σε απόλυτο παροξυσμό με τον φασισμό. Έτσι σε εμάς, η έννοια παραδόθηκε με απολύτως αρνητικό περιεχόμενο.»
Δεν θα πρέπει, όμως, να επιτρέπουμε σε ζητήματα ορολογίας να περιορίζουν την ανάδειξη της πατρίδας σε αντικείμενο φροντίδας. Η φιλοπατρία ή αλλιώς πατριωτισμός δεν σχετίζεται με την απόρριψη του άλλου, αλλά με τη φροντίδα για το κοινό καλό. Αντιγράφω από ανάρτηση της Ελένης Καλιανέζου (ελληνίδας που ζει στη Δανία): «Αν αγαπάς την πατρίδα σου, θέλεις η παραλία να είναι όμορφη για όλους, όχι για τον ξενοδόχο που θα την κλείσει για να πουλήσει τον ήλιο, τη θάλασσα και τον αέ- ρα. (Αγάπη γα την πατρίδα) είναι το να πο- νάς τον τόπο σου, να θέλεις να τον βλέπεις ωραίο, και τους ανθρώπους που ζουν σ’ αυτόν να είναι χαρούμενοι, ήρεμοι και δημιουργικοί. Είναι ν’ αφήνεις το πεύκο στη θέση του, να βλέπεις τη ραχοκοκαλιά των βουνών και να μην την πληγώνεις. Να παρατηρείς τη ροή των χειμάρρων και να μην τους μπαζώνεις. Να σέβεσαι το τοπίο που σου δόθηκε.
Αν αγαπάς την πατρίδα σου, στέργεις στον πόνο και την αρρώστια του άλλου, τον πε- ριθάλπεις και φροντίζεις κι αυτούς που πε- ριθάλπουν τον άρρωστο. Και δεν αποκλείεις τον άρρωστο που δεν έχει πορτοφόλι. Αγαπάς τα παιδιά, γιατί αυτά είναι το μέλλον και τα μορφώνεις κι αγαπάς κι αυτούς που τα μορφώνουν και θες όμορφα σχολειά, να εμπνέεται το μάτι, να τα κάνεις να διψούν να μαθαίνουν και το θες για όλα τα παιδιά, όχι μόνο για τα παιδιά που πληρώνουν για να μάθουν αυτά που θα αβγατίσουν την περιουσία του μπαμπά και θα διαιωνίσουν τζάκια.
Αν αγαπάς τον τόπο σου, γλυκομιλάς στους ανθρώπους, χαϊδεύεις το χέρι των γέρων, χαμογελάς. Τους διευκολύνεις τη ζωή, όταν τα πόδια δε βαστάνε πια, φτιάχ-νεις ράμπες, φτιάχνεις ισιώματα, φτιάχνεις ωραία πεζοδρόμια, παρκάρεις εκεί που δεν εμποδίζεις τους άλλους να περπατούν ή να κυλήσουν το καροτσάκι τους, είτε βρεφικό είτε αναπηρικό. Αν αγαπάς τον τόπο σου, φτιάχνεις καλά μέσα μαζικής μεταφοράς, που δε σκοτώνουν. Δεν παρανομείς. Δεν κλέβεις το ίδιο σου το σπίτι. Δε ρίχνεις τον άλλον, για να πάρεις εσύ περισσότερα. Δε βάζεις μέσο να διοριστείς, δε διορίζεις τον ημέτερο ή αυτόν που σου έκανε εξυπηρέτηση. Δεν αδικείς. Δε συμβουλεύεις ούτε απειλείς το δικαστή να αδικήσει. Αν αγαπάς δίνεις. Και το αντάλλαγμα είναι η ομορφιά κι η ομορφιά σου φτιάχνει την ψυχή».
Φαίνεται πως οι Έλληνες του εξωτερικού διατηρούν άσβεστη την αγάπη για τον τόπο τους, γιατί στην ξενιτιά αντιλαμβάνονται τα καλά του που τους λείπουν. Εμείς που ζούμε εδώ θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι ο τόπος μας, η πατρίδα μας είναι κάτι μο- ναδικό και γι’ αυτό θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να προοδεύσει. Οι ήρωες του ’40 πάνω στα βουνά της Πίνδου θα μπορούσαν να μας το επιβεβαιώσουν.



