Γράφει η Αφέντρα Γ. Μουτζάλη, Βυζαντινολόγος – Επίτιμη Έφορος Αρχαιοτήτων

**Το κείμενο αυτό αποτελεί πρόδρομη δημοσίευση για τους αναγνώστες του «Ταχυδρόμου», άρθρου που θα δημοσιευθεί στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Αρχαιολογία και Τέχνες»

Στο μεταίχμιο του 19ου προς τον 20ο αιώνα η κοινωνική ληστεία αποτελεί ενδημικό φαινόμενο στην Ελλάδα με πλατιά διάδοση σε ορεινές περιοχές, όπως η Ήπειρος, η Ακαρνανία, η Θεσσαλία, η Ευρυτανία, η Ρούμελη, η Αττικοβιωτία κλπ.
Η ληστεία αποτελούσε καθημερινό βίωμα των χωρικών των ορεινών και ημιορεινών περιοχών και η παρουσία της αποτυπώνεται στο αρχιτεκτονικό τοπίο του χωριού. Στην ηπειρωτική Ελλάδα εμπλέκονταν με τη ληστεία κάποια μέλη ημινομαδικών ποιμενικών πληθυσμών.
Η εμπλοκή αυτή μαρτυρεί τη σύγκρουση ανάμεσα στους νομαδικούς και τους μόνιμους ορεινούς πληθυσμούς με κίνητρα κοινωνικοοικονομικά. Στις έντονες ενδοκοινοτικές αντιθέσεις των φτωχοτέρων κοινωνικών ομάδων των χωριών, η ληστεία χρησίμευε ως καταλύτης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Ρετζαίων που στρατολογούσαν τους υποστηρικτές και συνεργάτες τους από τις πιο φτωχές οικογένειες του κάθε χωριού. Η ληστεία αποτελούσε εκδήλωση λαϊκής ανυπακοής των αγροτοποιμενικών πληθυσμών, δηλαδή αυτό που ο Χομπσμπάουμ ονομάζει «πρωτόγονη επανάσταση». Από τον καιρό της δημιουργίας του ελληνικού κράτους και ως τις αρχές του 20ου αιώνα η ανάπτυξη της ληστείας αποτελούσε συνέχεια της παράδοσης ανταρσίας των κλεφτών και των αρματολών. Η ληστεία εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου κυρίως λόγω της μόνιμης εγκατάστασης των ποιμενικών πληθυσμών σε οργανωμένα χωριά αλλά και εξαιτίας των δρακόντειων μέτρων που πή- ραν εναντίον της οι κυβερνήσεις της εποχής. Από τις δεκάδες χιλιάδες των εν ενεργεία ληστών του 19ου και του 20ου αιώνα, ένα μέρος μόνο θα απορροφηθεί από την υπερατλαντική μετανάστευση. Οι ληστές δραστηριοποιούνταν σε παρεμφερείς κοινωνικοικονομικές συνθήκες με τους κλέφτες και τους αρματολούς, αλλά η συμπεριφορά τους ταλαντευόταν ανάμεσα σε μια διαρκή εξέγερση και στη παροχή υπηρεσιών στους τοπικούς άρχοντες ή στους διεφθαρμένους κομματάρχες και πολιτικούς της εποχής που τους χρησιμοποιούσαν ως μπράβους για τον έλεγχο των αγροτικών πληθυσμών.
Ο ληστής του 19ου αιώνα είναι ένας παράνομος που παραμένει έξω από κάθε νομιμότητα, είτε συνεργάζεται είτε όχι με τους τοπικούς άρχοντες και το κράτος. Το αντικοινωνικό φαινόμενο της ληστείας στην Ελ- λάδα έχει αγροτοποιμενικές καταβολές και σχετίζεται άμεσα με τους ημινομαδικούς πληθυσμούς.

Μια μεγάλη ληστεία και μια σημαντική κλοπή στο Ζαγόρι
«Ο παππούς μου, ο Παναγιώτης Τ. ήταν από τους πρώτους και τους πιο φρόνιμους νοικοκυραίους σ’ ολόκληρο το Ζαγόρι. Έκανε εμπόριο με τη Ρουμανία και τη Μικρά Ασία, και είχε ακόμα μεγάλα υποστατικά στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Την περιουσία του, καθώς και την κοινωνική του θέση, την κληρονόμησε ο πατέρας μου, που ήταν το μόνο του αρσενικό παιδί. Όμως την εποχή εκείνη, όλα αυτά τα πλουσιοχώρια του Ζαγορίου ήτανε μόνιμος στόχος των λη- στών που λεηλατούσαν τον τόπο. Ολόκληρο το χωριό, και πιο πολύ οι μεγαλύτερες οικογένειες, ήτανε σε αδιάκοπο πόλεμο μαζί τους. Γι’ αυτόν το λόγο, άλλωστε, τα αρχοντικά της εποχής έμοιαζαν με κά-στρα: Βαριές πόρτες, μικροσκοπικά παράθυρα με σιδεριές και παραθυρόφυλλα βαλμένα από μέσα, διπλές σιδερένιες αμπάρες, υπόγειες αποθήκες και, παντού, κρυψώνες, για να χώνουν εκεί μέσα σε περίπτωση ληστρικής επιδρομής ό,τι πολύτιμο είχαν. Πριν από την απελευθέρωση της Ηπείρου, το 1913, οι ληστές είχανε ορμητήριο την ελεύθερη Ελλάδα, κυρίως τη Θεσσαλία. Ήτανε σκηνίτες και γι’ αυτό μπορούσαν εύκολα να ξεφεύγουν απ’ τα τούρκικα ασκέρια που τους καταδίωκαν.
Τ’ ασκέρια ήτανε άλλωστε πολύ δυσκίνητα στα βουνά. Ο πιο ξακουστός από τους ληστές της εποχής εκείνης ήταν ο Νταβέλης. Κάποια μέρα, μπήκε με τη συμμορία του στο χωριό και μάζεψε στην εκκλησία καμιά σαρανταριά άντρες, τους πιο πλούσιους. Τους πήρε ομήρους, μαζί και τον παππού μου, τους πήγε στα βουνά, και ζή- τησε, για να τους λευτερώσει, λύτρα από τις οικογένειές τους. Έτσι και έγινε. Αργότερα, ο παππούς μου έκανε ένα ταξίδι στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας, για να παζαρέψει την αγορά ενός κτήματος από χίλια στρέμματα. Ποιόν, λες, συναπάντησε εκεί κάτω; Το λήσταρχο Νταβέλη αυτοπροσώπως! Ζούσε με κάθε νομιμότητα και μάλιστα δούλευε αγρονόμος! Ο Νταβέλης μόλις τον είδε φοβήθηκε μην τον καρφώσει και του πέταξε: “Ξέρεις, τη φουστανέλα μου την έχω ακόμα λερωμένη!…”. Ήθελε να πει με τούτο ότι δε θα δίσταζε να κάνει ακόμα έναν φόνο, αν χρειαζόταν. “Όλο μου το βιός, του αποκρίθηκε ταπεινά ο παππούς μου, το διαγούμησαν οι ληστές. Κι αυτό σ’ το λέω για να ξέρεις ότι δεν ήρθα εδώ για να καρφώσω κανέναν, μα για να διακονέψω”. Τότε ο ληστής λυπήθηκε το παλιό του θύμα, έβγαλε από το σελάχι του δυο τούρκικες λίρες και του τις έδωσε γενναιόδωρα. Όταν όμως, πολύ αργότερα, έμαθε για την αγορά του κτήματος, ορκίστηκε να ξαναπεράσει από το Ζαγόρι. Ήτανε ολοφάνερο πως η περιουσία των Τ. τελειωμό δεν είχε.
Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου είχαμε στην περιοχή τους Ρεντζαίους, που ήτανε μάλλον Ηπειρώτες. Ήτανε καλά οργανωμένοι και είχανε πολλούς συνεργάτες σε όλα τα χωριά, προπάντων ανάμεσα στις φτωχές οικογένειες, που τους έδειχναν τα πλουσιόσπιτα του χωριού και τους πληροφορούσαν για τα ταξίδια που έκαναν οι αρ- χοντάδες. Τέτοιοι σπιούνοι στο δικό μας χωριό, ήτανε ο πατέρας του Κ. Κ., κι ο πατέρας του Δ. Κ. Με τη βοήθεια του πατέρα του Κ. Κ., οι ληστές πήραν όμηρο το Βασίλη, το μεγαλύτερο αδελφό μου, σε ηλικία 17 ετών, για να ζητήσουν λύτρα. Ώσπου όμως να μπορέσει ο πατέρας μου να μαζέψει το χρειαζούμενο ποσό, τον σκοτώσανε τον αδελφό μου, επειδή φοβήθηκαν ότι θα κάρφωνε τον σπιούνο τους. Ωστόσο, εκείνος, λίγο πριν ξεψυχήσει, είπε ποιος ήτανε. Έτσι λίγο καιρό αργότερα οι χωριανοί βγήκαν να τον κυνηγήσουν και τον σκότωσαν».

Φόβος και ανασφάλεια
Μεμονωμένοι ληστές με την απειλή όπλου λήστευαν ακόμα και βιοπαλαιστές γυρολόγους που έκαναν μικρεμπόριο στα χωριά. Συνεργάτες πλουσίων εμπόρων ασκούσαν μεγάλης κλίμακας κλοπές χωρίς βία καταχρώμενοι την εμπιστοσύνη τους. Μια τέ- τοια περίπτωση είναι αυτή του Αναστάση Παληού από το Σωποτσέλι, σημερινό Δίλοφο Ζαγορίου.²
Ο Αναστάσης Παληός ήταν μεγαλέμπορος αρτοποιός που είχε την επιχείρησή του στα Τρίκαλα και τροφοδοτούσε τον οθωμανικό στρατό. Γύρω στο 1845, ο Α. Παληός αποφάσισε να αποσυρθεί από το επάγγελμα λόγω ηλικίας, τότε ρευστοποίησε την επιχείρησή του και ανέθεσε στους έμπιστους κερατζήδες3 του, με τους οποίους συνεργαζόταν χρόνια, να μεταφέρουν χρήσιμα αντικείμενα, κάποια εμπορεύματα και τμήμα χρημάτων της ρευστοποιημένης επιχείρησης από τα Τρίκαλα στο Σωποτσέλι.
Οι κερατζήδες του δεν έφτασαν ποτέ στο Σωποτσέλι, έκλεψαν τα χρήματα, τα εμπορεύματα και τα αντικείμενα και έγιναν άφαντοι. Ευερμήνευτον είναι ότι αυτή η εποχή είναι ταραγμένη, καθώς δρουν σχεδόν ανεξέλεγκτοι ληστές⁴ και κλέφτες που σπανίως συλλαμβάνονται και τιμωρούνται. Οι άνθρωποι αισθάνονται φόβο και ανασφάλεια. Οι ληστές κλέβουν τους πιο ευκατάστατους για προφανείς λόγους. Οι πλούσιοι της εποχής, είναι συνήθως έμποροι που αποκτούσαν περιουσία με σκληρή εργασία.
Από τις παραπάνω διηγήσεις είναι εμφανής η ανασφάλεια που προκαλούσε η ληστεία και η κλοπή και ιδιαιτέρως η δράση συγκεκριμένων ληστοσυμμοριών όπως του Νταβέλη ή των Ρεντζαίων στη περιοχή του Ζαγορίου και αλλού, τόσον στους πλούσιους που είχαν πολλά να χάσουν, όσον και στον απλό πληθυσμό που έτρεμε από το φόβο του. Οι συνεργάτες των ληστών, οι καταδότες, αποτελούσαν μειοψηφία του πληθυσμού της περιοχής και ήταν ιδιαιτέρως μισητοί. Για κάποια μέλη των ορεινών κοινωνιών και όχι μόνον, οι ληστές παρά τα εγκλήματά τους, ήταν ήρωες και σ’ αυτό συνηγορεί η ύπαρξη ληστρικών τραγουδιών και αργότερα ληστρικών λαϊκών μυθιστορημάτων.

Ο κώδικας των ληστών
Άρθρα:1 έως16
1ον. Οι ληστές οφείλουν να καταδιώκουν και να εξοντώνουν όσους επιδιώκουν την καταστροφή τους.
2ον. Οφείλουν να συλλαμβάνουν όσους υποδεικνύουν στην εξουσία ληστές να τους ακρωτηριάζουν παραδειγματικά και αν το επαναλάβουν να τους σκοτώνουν. Τα πτώματα των σκοτωμένων καταδοτών τους να τα εκθέτουν σε δημόσια θέα.
3ον. Να απαγάγουν τους πλούσιους και να ζητάνε τόσα λύτρα όσα αυτοί μπορούν να δώσουν.
4ον. Σε περίπτωση που πιάνουν αιχμάλωτο και ζητούν λύτρα που δεν δίδονται από την οικογένειά του, να τον αποκεφαλίζουν. Το κεφάλι τού αιχμαλώτου να στέλνεται στους συγγενείς.
5ον. Σε περίπτωση που σταλούν λιγότερα χρήματα για την εξαγορά του αιχμαλώτου απ’ όσα ζητήθηκαν, οι ληστές αποφασίζουν με κλήρο αν θα δεχτούν την προσφορά. Σε περίπτωση που αποδέχονται την ελλιπή προσφορά, κόβουν το ένα αυτί του αιχμαλώτου και τον αφήνουν ελεύθερο.
6ον. Κάποιος που συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από τους ληστές για πρώτη φορά, δεν αφήνεται επ’ ουδενί ελεύθερος άνευ καταβολής λύτρων.
7ον. Σε περίπτωση που η ληστρική συμμορία έχει μαζί της αιχμάλωτο και την καταδιώκει στρατιωτικό απόσπασμα και δεν μπορεί να τον μεταφέρει ζωντανό μαζί της, να τον σκοτώνει.
8ον. Οι ληστές οφείλουν να σέβονται τους κομιστές των λύτρων και να τους δίνουν μικρά χρηματικά δώρα.
9ον. Ο αιχμάλωτος των ληστών που είναι δεμένος μόλις δοθούν τα λύτρα λύνεται, αφήνεται ελεύθερος και του δίνουν μικρά δώρα.
10ον. Εάν οι ληστές υποπτευθούν ότι κάποιος από τη συμμορία τους σχεδιάζει θάνατο συναδέλφου τους, θανατώνεται αμέσως.
11ον. Ουδείς γίνεται δεκτός στη ληστρική συμμορία, εάν δεν έχει ήδη ενοχοποιηθεί για κάποια παράνομη πράξη.
12ον. Σε περίπτωση που κάποιος αιχμάλωτος αποδράσει από τα χέρια του επιβλέποντος ληστή, ο ληστής χαρακτηρίζεται ανάξιος του επαγγέλματος και αποβάλλεται από τη συμμορία.
13ον. Να πληρώνουν οπωσδήποτε την αξία των αιγοπροβάτων που καταναλώνουν στους βοσκούς.
14ον. Να διαθέτουν σε ερημοκκλήσι, ναό ή μοναστήρι χρηματικό ποσό για την κατασκευή εικόνας ή κάποιου άλλου εκκλησιαστικού σκεύους για εξιλέωση των αμαρτημάτων τους.
15ον. Να φροντίζουν τους αιχμαλώτους τους, ανάλογα με την κοινωνική τους θέση.
16ον. Να μην ενοχλούν τις γυναίκες.
Κώδικας τιμής των λήσταρχων
Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και ο κώδικας τιμής των λήσταρχων που δημοσίευσε 27 χρόνια αργότερα από τον ανθυπολοχαγό Ανδρέα Μοσχονήσιο, ο ιστορικός Γεώργιος Π. Κρέμος στο Ημερολόγιον Σκόκου: Μια απεχθής τελετουργία. «Ὁ προδούς κλέφτην κλέφτης κατακρεουργεῖται κοπτόμενος εἰς τεμάχια ἐνώπιον συμπάντων τῶν συμμοριτῶν, παρόντος καί εἰσηγουμένου ὡς εἰσαγγελέως αὐτοῦ τοῦ ἀρ-χιλῃστοῦ, τό δέ πτῶμα αὐτοῦ ρίπτεται ἄταφον βορά τῶν πτηνῶν καί ἀγρίων θηρίων. Ὡσαύτως θανατοῦται καί ὁ φονεύς συμμορίτου, ὁ δέ φονεύς τοῦ ἀρχηγοῦ μετά διαπόμπευσιν ὑποχρεοῦται νά διέλθῃ διά μέ- σου τῶν εἰς δύο στίχους παρατεταγμένων συμμοριτῶν, δι’ ὧν διά μαχαιρῶν (γιαταγανίων) κατακόπτεται (πετσοκόβεται) ὑπό τάς ἀράς αὐτῶν».

Ήθη και έθιμα των ληστών
«Οὐδείς γίνεται δεκτός ἔν τινι συμμορία ἐάν μή διέπραξε φόνον ἢ τοὐλάχιστον ἐάν μή ἐξετέλεσε μεγάλην ποινική πρᾶξιν. Ό δέ μή ἐκτελέσας τοιαύτην πρᾶξιν μένει πάντοτε ὑπό ἐπιτήρησιν καί ὑπό δοκιμασίαν, ἔως οὗ κακουργήσῃ, παρόντων συμμοριτῶν ἀξιοπίστων».
«Ό μολύνας γυναῖκα ὓπανδρον χριστιανήν ἀποβάλλεται ἀμελητί ἐκ τῆς συμμορίας καί ἀποκηρύσσεται ὡς ἂτιμος, ὁ δέ Τούρκισσαν μισεῖται ὡς μαγαρισμένος, ὀ δέ φθείρας παρθένον αἰχμαλωτίδα αὐ-τῶν Χριστιανήν φονεύεται».
Ο κώδικας των ληστών έχει σκοπό τη διατήρηση της συνοχής της συμμορίας και κάθε παρέκκλιση απ’ αυτόν τιμωρείται αυστηρά. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν από την καταγραφή του Γ. Π. Κρέμου και τα ακόλουθα: «Ο ληστής που χτίζει εκκλησία τιμάται ιδιαιτέρως από τη συμμορία η οποία του αναθέτει τη διευθέτηση διαφωνιών των μελών της. Αντιθέτως ο ληστής που κλέβει εκκλησία υποχρεώνεται σε αγγαρείες, υποχρεωτικές ελεημοσύνες και επιστροφή στο διπλάσιο των κλοπιμαίων.
Ο ληστής που εκουσίως ελευθερώνει Τούρκο αιχμάλωτο της συμμορίας, φονεύεται, αντιθέτως αν του ξεφύγει, αποβάλλεται απ’ αυτήν. Ο ληστής που του ξεφύγει χριστιανός αιχμάλωτος, τιμωρείται από τη συμμορία. Ο ληστής που εκουσίως ελευθερώνει χριστιανό αιχμάλωτο, υποβιβάζεται σε ατιμωτικό ρόλο υπηρέτη».
Αναλυτικότερα: «…εἰς τό ὑδροφορεῖν, (σκουπλατζῆς), παρασκευάζειν τάς ἐκ κλάδων στιβάδας ὡς στρωμνάς (γιατάκια) πρός κατάκλισην τῶν συμμοριτῶν, εἰς τό οἰνοχοεῖν, καί ὑδροχοεῖν…».
Ληστής που τον διατάξει ο λήσταρχος να διαπράξει φόνο και δεν το κατορθώσει, υποβιβάζεται σε θέση δοκίμου χλευαζόμενος. Αν παρακούσει την εντολή του αρχηγού από συμπάθεια προς το θύμα, αποβάλλεται από τη συμμορία. Αξίζει να σημειωθεί ότι θρησκευτικός και εθνικός ρατσισμός χαρακτηρίζει τα μέλη της ληστρικής συμμορίας, καθώς και μια μη αναμενόμενη ευσέβεια όπως προκύπτει από τον κώδικά τους.

«Εζωγραφίσθη στανικώς»
«Εζωγραφίσθη στανικώς»: Η αναίρεση ενός τοπικού γοητευτικού θρύλου της Ηπείρου.
Ο Διαμάντης Σπάτουλας ήταν διαβόητος λήσταρχος ᾒ προύχοντας⁶ στο χωριό Αλποχώρι⁷ Μπότσαρη Ιωαννίνων;
Στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, γνωστό στους ντόπιους και ως μονή Στόγερη, που βρίσκεται στο χωριό Αλποχώρι Μπότσαρη Ιωαννίνων, παρίσταται σε απροσδόκητη θέση στον νοτιοδυτικό κίονα απέναντι από την είσοδο, μια παράξενη προσωπογραφία. Πρόκειται για ολόσωμη παράσταση αρ- ματωμένου φουστανελοφόρου άνδρα. Φοράει κόκκινο σκουφί, το πρόσωπό του είναι ξυρισμένο και έχει λίγο μουστάκι. Φοράει κόκκινο μακρυμάνικο ντουλαμά, φουστανέλα, άσπρες κάλτσες και στο ζωνάρι του έχει περασμένο μεγάλο χατζάρι. Με το δεξί του χέρι κρατάει ειλητάριο όπου γράφεται η φράση «ηγάπησα, Κύριε, ευπρέπειαν του οίκου σου», ενώ με το αριστερό βαστά μακρύκανο τυφέκιον. Η παράσταση εικονίζει τον χορηγό Διαμάντη Σπάτουλα. Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, κατά την παράδοση Καθολικόν της παλιάς μονής Στόγερη, μια τρίκλιτη καμαροσκεπής βασιλική, χτίστηκε σύμφωνα με επιγραφή το έτος 1764 και εικονογραφήθηκε το 1784 από τον ιερέα αγιογράφο Κωνσταντίνο⁸, που καταγόταν από το χωριό Φορτόσι Κατσανοχωρίων Ιωαννίνων. Οι ληστές, βασιλείς των ορέων, πλάνητες, κάτοικοι των σπηλαίων ᾒ σκηνίτες, αγριωποί και αδίστακτοι, θεωρούνται από μερίδα του λαού, ήρωες. Ο καθηγητής του Δη- μοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Θανάσης Κούγκουλος9 σε ανακοίνωσή του με θέμα: «Εζωγραφίσθη στανικώς», ο θρύλος της προσωπογραφίας του ληστή στη πεζογραφία του Χριστόφορου Μηλιώνη10, έδωσε μια νέα ερμηνεία. Ο εικονιζόμενος Διαμάντης Σπάτουλας δεν είναι λήσταρχος, όπως είχε θεωρήσει ο Κίτσος Μακρής, αλλά επίτροπος του ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου, προύχοντας του χωριού και πιθανόν αρχηγός της σουλιώτικης φάρας των Σπατουλαίων. Η ορθή ανάγνωση της επιγραφής έχει ως εξής: «μη θέλοντος στανικώς» και όχι «εζωγραφίσθη στανικώς», που σημαίνει ότι ζωγραφίστηκε άνευ ουδενός καταναγκασμού, οικειοθελώς, δηλαδή όπως συμφώνησε ο ζωγράφος με το χορηγό του έργου.

Καταγραφή στην λαογραφία
Ανάλογη περίπτωση παράστασης αρματολού σε εκκλησία, έχουμε από το Πήλιο.
Πρόκειται για τον καπετάν Στέργιο Μπασδέκη που εικονίζεται σε λιθανάγλυφο του 1796, στο ναό της Παναγίας Λαμπρινού Πηλίου. Σημειωτέον ότι στην οικογένεια Μπασδέκη είχε δοθεί από τους Οθωμανούς, το αρματολίκι11 του Πηλίου.
Ο γοητευτικός θρύλος για το λήσταρχο Διαμάντη Σπάτουλα, χορηγό της αγιογράφησης του ναού, δημιουργήθηκε από την πρώτη ανάγνωση της επιγραφής «εζωγραφίσθη στανικώς», δηλαδή ότι ο αγιογράφος Κωνσταντίνος εξαναγκάστηκε να ζω- γραφίσει τον υποτιθέμενο λήσταρχο Διαμάντη Σπάτουλα, που ήταν και χορηγός του έργου. Η πρώτη δημοσίευση του θρύλου αυτού γίνεται από τον Χριστόφορο Μηλιώνη στο οδοιπορικό αφήγημα του: «Δωδώνη – Λάκκα Σουλίου», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΝΔΟΧΩΡΑ Ιωαννίνων το έτος 1962, τεύχη 17-18 (Μάιος – Αύγουστος).
Την πληροφορία για την ύπαρξη της τοιχογραφίας του ολόσωμου αρματωμένου άνδρα στο συ- γκεκριμένο ναό, ούτως ή άλλως ασυνήθιστη, έδωσε ο ποιητής Φρίξος Τζιόβας, συνεργάτης του Χριστόφορου Μηλιώνη στο λαογράφο Κίτσο Μακρή.12 Ο λαογράφος Κίτσος Μακρής, γνωστός για τις λαογραφικές του έρευνες στην περιοχή του Πηλίου, γράφει άρθρο το 1966 στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», με τίτλο «Εζωγραφίσθη στανικώς», που ξαναδημοσιεύεται με τον ίδιο τίτλο στο βιβλίο του Βήματα εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1979.
Ο θρύλος της προσωπογραφίας ενός ληστή, του Διαμάντη Σπάτουλα, στη πεζογραφία του Χριστόφορου Μηλιώνη κατέγραψε μια προφορική τοπική παράδοση. Το 1975, πριν 50 χρόνια, ο νεαρός τότε αρχαιολόγος Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος13, σημερινός ομότιμος καθηγητής βυζαντινής αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου, που υπηρετούσε στην 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, επισκέφτηκε τον ναό Κοίμησης της Θεοτόκου στο χωριό Αλποχώρι Μπότσαρη Ιωαννίνων και περιγράφει στα Χρονικά του Αρχαιολογικού Δελτίου το εικονογραφικό του πρόγραμμα και την κατάσταση των τοιχογραφιών του, χωρίς όμως να υποκύπτει στη γοητεία του τοπικού θρύλου. Ο τοπικός θρύλος του φι- λόκαλου ληστή Διαμάντη Σπάτουλα δημιουργήθηκε από παράγοντες της περιοχής και διογκώθηκε από την πεζογραφία του Χριστόφορου Μηλιώνη.

Η Δούκισσα της Πλακεντίας και η σπηλιά του Νταβέλη
Για να δημιουργηθεί ένας τοπικός θρύλος απαιτείται ένα πραγματικό γεγονός το οποίο η λαϊκή φαντασία διογκώνει και εμπλουτίζει με το δικό της τρόπο.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση αθηναϊκού θρύλου για την δήθεν ερωτική σχέση της Δουκίσσης της Πλακεντίας14 με το λήσταρχο Νταβέλη15. Αφορμή για την δημιουργία αυτού του μύθου υπήρξε το γεγονός της απαγωγής της Δούκισσας της Πλακεντίας ενώ πραγματοποιούσε εκδρομή στη Πεντέλη με την συνοδεία της, από το ληστή Σπύρο Μπίμπιση. Η αιχμαλωσία της Δούκισσας από τον Μπίμπιση έληξε άδοξα για αυτόν καθώς την απελευθέρωσαν οι κάτοικοι Αμαρουσίου και Χαλανδρίου.
Η λαϊκή φαντασία δημιούργησε τον θρύλο για τον δήθεν έρωτα της Δούκισσας για τον λήσταρχο Νταβέλη που βεβαίως δεν υπήρξε καθώς αυτή ήταν τότε 61 ετών και ο Νταβέλης 14. Κάθε τοπικός θρύλος έχει και κάποια στοιχεία πραγματικότητας γύρω από τα οποία η λαϊκή φαντασία πλέκει το μύθο της. Η Δούκισσα της Πλακεντίας κυκλοφορούσε στη περιοχή της Πεντέλης, όπου ήδη από το 1840 είχε αγοράσει από την ομώνυμη μονή 1.738 στρέμματα γης. Αργότερα ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Κλεάνθη να κάνει τα σχέδια για το Καστέλο της Ροδοδάφνης, γνωστό ως Πύργο της Δούκισσας της Πλακεντίας, καθώς και τρεις οικίες για την κατασκευή των οποίων συνεργάστηκαν ο αρχιτέκτων Χριστιανός Χάνσεν και ο μηχανικός Αλέξανδρος Γεωργαντάς.
Ο Νταβέλης χρησιμοποιούσε ως ορμητήριό του τη σπηλιά που πήρε το όνομά του. Η σπηλιά του Νταβέλη στην Πεντέλη, βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του ομώνυμου όρους και σε υψόμετρο 700 μέτρα. Στα βυζαντινά χρόνια υπήρχε εκεί δίδυμο σπηλαιώδες ναΰδριο16 αφιερωμένο στους Αγίους Σπυρίδωνα και Νικόλαο, κοσμούμενο με εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο 1233 – 34.

Ο ποιητής, ο ληστής και ένα πεπόνι
Πρόκειται για ένα περιστατικό από τη ζωή του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, που πρωτοδημοσίευσε ο καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ευάγγελος Σκουβαράς.17 Δύο χρόνια πριν από το θάνατό του ο ποιητής διηγήθηκε το περιστατικό στον Ευάγγελο Σκουβαρά, που τότε ήταν γραμματεύς του.
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των Δελφικών Εορτών, όπως διηγείται ο ποιητής έμενε σε ένα σπίτι κάπου στην Αράχωβα. Ένα βράδυ ένας γιδοβοσκός έφερε στον ποιητή ένα κακογραμμένο ση- μείωμα από τον ληστή Μοναστηριώτη που τριγυρνούσε επικηρυγμένος στη περιοχή και τρομοκρατούσε τον κόσμο. Με το σημείωμά του ο Μοναστηριώτης παραγγέλνει στο ποιητή να κατέβει τα μεσάνυχτα στη ρεματιά κοντά στη βρύση, φέρνοντάς του μυστικά 10.000 δραχμές. Ο ποιητής πήγε στο νυχτερινό ραντεβού και συνάντησε το ληστή χωρίς να έχει μαζί του τα χρήματα που του ζήτησε. Φτάνοντας στη ρεματιά ο Σικελιανός ένοιωσε δύο γερά χέρια να τον αρπάζουν και να τον κρατούν ακίνητο. Ο Μοναστηριώτης τον ρωτάει με άγριο τρόπο αν έχει αποκαλύψει σε κάποιον τη συνάντησή τους, ο ποιητής τον καθησυχάζει. Ο ληστής χαλάρωσε το σφίξιμο και σημαδεύοντας τον με το όπλο τον ρώτησε αν έφερε τα χρήματα.
– Όχι, αδελφέ, δεν τάφερα, του αποκρίθηκε με ηρεμία ο ποιητής.
Ο ληστής έγινε θηρίο: – Και τότε τι μου κόπιασες εδώ πέρα;
– Ήρθα να σε γνωρίσω. Είχα ακουστά πως είσαι κακούργος, μα δεν το πίστεψα. Εγώ σε φανταζόμουνα λεβέντη…
Ο ληστής σιγά σιγά κατέβασε το όπλο και ο ποιητής τούκανε θέση στον κορμό ενός ξεραμένου πλατάνου λέγοντάς του: – Κάτσε, αδελφέ, να τα πούμε.
Ο ληστής κάθισε και ρώτησε τον ποιητή: – Γιατί κυρ Άγγελε δεν έφερες τα λεφτά, ο κόσμος ξέρει πως έχεις πολλά.
– Έχω, αδελφέ, όσα μου ζήτησες και άλλα τόσα, μα δε με φτάνουν!
Ο ληστής απόρησε και ο ποιητής συνέχισε: – Έχω μπροστά μου ένα μεγάλο έργο και για να πετύχει όσα λεφτά και να βάλω, είναι λίγα.
– Τι δουλειά είναι αυτή κυρ Άγγελε; και τι γυρεύεις εσύ σε τούτες τις ερημιές μαζί μ’ εμάς τους παράνομους;
– Μπορούσα κι εγώ να μένω στην Αθήνα μέσα στα καλά μου, όμως ένιωσα να με καλούν ετούτα τα ερείπια στους Δελφούς κι εσύ!
– Εγώ; απόρησε ο ληστής. Πρώτη φορά σε κάλεσα.
– Εσύ, αδελφέ, με κάλεσες κι ας μη το ξέρεις. Εσύ κι όλη η Ρωμιοσύνη. Κι ο ποιητής με απλά λόγια, άρχισε να μιλάει στον ληστή για τη Δελφική Ιδέα. Του είπε για την ανάγκη μιας λύτρωσης που θα προέλθει από το λαό, τα μνημεία της αρχαιότητας και τη μόρφωση.
Ο Άγγελος Σικελιανός εξιστορούσε στο ληστή λεπτομερώς τη Δελφική Ιδέα. Ο ληστής δεν καταλάβαινε και πολλά πράγματα, όμως τα λόγια του ποιητή τού άγγιξαν τη καρδιά. Ο ποιητής βλέποντας πια τον ληστή να κρέμεται από τα χείλη του, συνέχισε τη μύηση. Σ’ όλο τον κόσμο χιλιάδες άν- θρωποι σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο αλλά μεμονωμένοι όπως είναι μένουν μια ασήμαντη μειοψηφία αντί να ενωθούν σε ένα κίνημα παναθρώπινο, που θα μετέδιδε σε όλους και στις νέες γενιές το Δελφικό μήνυμα, που θα θεμελίωνε παντού την ανθρωπιά και την αδελφοσύνη.
Ο ληστής άκουγε με συγκίνηση. Ο ποιητής συνέχισε, τα όμορφα τούτα λόγια πρέπει να γίνουνε πράξη! Και άρχισε να του αναλύει με πολύ απλά λόγια την πρακτική οργάνωση της Δελφικής Ιδέας. Ο ληστής ακούγοντας τον Σικελιανό ένιωθε να ταυτίζεται με το όραμά του. Έβλεπε τον εαυτό του να χορεύει λεβέντικα τον τσάμικο, θυμόταν τις κεντητές μαξιλάρες της μάνας του με τα λαϊκά σχέδια και αγωνιζόταν ως νέος στα αλώνια του χωριού του.
Η Δελφική Ιδέα, συνέχισε ο ποιητής δεν είναι υπόθεση μόνον δική μου ή του κράτους, αλλά όλων των Ελλήνων και δική σου. Ο ληστής απόμεινε άναυδος. Ποτέ του δεν είχε σκεφτεί ότι αυτός, ένα κυνηγημένο αγρίμι είχε μια τέτοια αποστολή. Πρέπει όλοι μας να συμβάλουμε συνέχισε ο ποιητής.
Ο ληστής είπε στον ποιητή: – Και που να βρω, ο δόλιος εγώ, παράδες; Δεν έχω πάνω μου δεκάρα τσακιστή. Μετά από λίγο ο ληστής είπε στο ποιητή: – Ξέρεις κυρ Άγγελε; Μέσα στο ντορβά μου έχω ένα πεπόνι. Το έκλεψα το δειλινό από ένα μποστάνι. Θες να το πάρεις; Έβγαλε από το ταγάρι του το πεπόνι και το πρόσφερε στον ποιητή. Ο ποιητής γέλασε, σηκώθηκε, αγκάλιασε τον ληστή και τον χτύπησε στη πλάτη λέγοντάς του: – Μετά χαράς! Τι νομίζεις; δεν τρώνε πεπόνια όσοι δουλεύουν για τη Δελφική Ιδέα; Ο ποιητής μοίρασε το πεπόνι στα δύο. Τόφαγαν αμίλητοι. Κάποια στιγμή, ο ληστής έκοψε τη σιγή: – Συμπάθα με κυρ Άγγελε, ξέρεις τι σκέφτηκα; Αυτή τη Δελφική Ιδέα μού φαίνεται καλύτερα να την πούμε Αδελφική Ιδέα! Ο ποιητής χαμογέλασε χωρίς να μιλήσει. Κόντευε να ξημερώσει. Κάποια στιγμή ο ληστής πετάχτηκε απάνω, πήρε τον τορβά του και το τουφέκι, και έκανε να φύγει. Οι δύο άνδρες έδωσαν τα χέρια και φιλήθηκαν σταυρωτά. Κι ο ληστής είπε με τρυφερότητα: – Έχε γεια κυρ Άγγελε. Μπορεί να ξανασμίξουμε, μπορεί και όχι. Ένα μονάχα σου λέω: δεν ήμουν κακός άνθρωπος. Να με θυμάσαι, θα σε θυμάμαι κι εγώ. Και θα είμαι μπεσαλής στην Ιδέα!

…Μετά από δυο μήνες
Πέρασαν δύο μήνες. Μια μέρα, χαράματα, χτύπησε η πόρτα του ποιητή. Εκείνος ξύπνησε και πήγε ν’ ανοίξει. Ένας άγνωστος τσοπάνης στεκόταν στο κατώφλι. Τον έμπασε μέσα, τον έβαλε να καθίσει. – Δεν θα καθίσω, κυρ Άγγελε. Ζωή σε λόγου σου! Ο κουμπάρος μου ο Μοναστηριώτης μας άφησε χρόνους…
Και του διηγήθηκε πως, λίγες ημέρες πρωτύτερα, ένα απόσπασμα κυνήγησε τον ληστή. Απάνω στο τουφεκίδι, μια σφαίρα τον βρήκε στο πόδι. Πυροβολώντας και κουτσαίνοντας, κατόρθωσε να ξεφύγει. Έφτασε στη στάνη του κουμπάρου του. Εκείνος τον φρόντισε, πρότεινε να του φέρει γιατρό από το Λιδωρίκι, αλλά ο ληστής αρνήθηκε. Η πληγή δυστυχώς κακοφόρμισε και το πόδι του πρήστηκε. Ο ληστής πέθανε μέσα στη βδομάδα.
– Βασανίστηκε ο καημένος. Τον έκαιγε η θέρμη. Κι όλο για σένα μιλούσε, κυρ Άγγελε. Μου είπε νάρθω να σε βρω, να σου δώσω τα στερνά του χαιρετίσματα. Όλο για κάτι αδελφούς μιλούσε, και παρακαλούσε το Θεό, να πετύχουν τα σχέδια. Θάχε, ως φαίνεται, χάσει τα συλλοϊκά του! Θεός σχωρέσ΄ τον, δεν ήταν κακός άνθρωπος.
Έκανε να φύγει, στη πόρτα σταμάτησε: – Μην πεις τίποτα, κυρ Άγγελε, και βρω κανέναν μπελά, φαμελιάρης άνθρωπος… Και έκλεισε αθόρυβα την πόρτα.

Άνδρες χρηστοί εγένοντο λησταί…
Ο τίτλος οφείλεται σε κείμενο του ιστορικού Γεωργίου Π. Κρέμου18 που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ημερολόγιον Σκόκου τόμος 11, 1896, απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε αυτούσιο παρακάτω: «Τούτων οὓτως ἐχόντων, ἐν τοῖς κόλποις τῶν πολυπληθῶν ληστρικῶν συμμοριῶν τῆς ἐλευθέρας Ὲλλάδος πλεῖστoι ὄσοι ὑπῆρξαν ἄνδρες χρηστοί, οἵτινες οὐχί οἰκεία βουλήσει, ἀλλ’ ἀκουσίως ἐγένοντο λησταί. Ὄπως ἐπί τῆς ρωμαϊκῆς καί τουρκικῆς δεσποτείας οἱ ἂρχοντες, οἱ στρατιωτικοί καί πολιτικοί λειτουργοί τοῦ κράτους ἀδικούντες ἠνάγκαζον χρηστοτάτους ἂνδρας ἐξ ἀπελπισμοῦ νά τρέπωνται εἰς τόν ληστρικόν βίον, οὕτω καί ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις. Πολλοί δήμαρχοι, ἀστυνόμοι, χωροφύλακες σκαιοί καί βίαιοι, ἂδικοι καί αἰσχροί καί ἐν γένει λειτουργοί παράνομοι δημόσιοι, μάλιστα δέ δικαστικαί ἀποφάσεις ἀδικώταται, ἠνάγκασαν ἀνθρώπους, ἀπροστατεύτους ἐν τῆ πολιτικῇ διαφθορᾷ, μή ἀπολαύοντας τῶν εὐεργετημάτων τῶν μή ἐφαρμοζομένων τοῖς πᾶσιν ἀδεκάστως νόμων τῆς πολιτείας, νά καταφεύγωσιν ὑπό τήν προστασίαν τῶν ἀγράφων νόμων τῶν ὀρέων, τῶν μέχρι κεραίας ἐφαρμοζομένων τοῖς πᾶσιν ἀδιακρίτως. Ὲντεῦθεν δέ οἱ ἐκ χρηστῶν γεννηθέντες και χρηστῶς ζῶντες ὑπό αἰσχρῶν καί παρανόμων σκληρά παθόντες ἐν τῇ παρανόμῳ πολιτείᾳ χρηστοί ἂνθρωποι, ἐξ ἀνάγκης λῃσταί γενόμενοι, ἀπέθανον οἰκτρόν θάνατον φονευθέντες ἤ ἐπί τοῦ ἰκριώματος ὡς θηριώδη τέκνα τῶν ὀρέων καρατομηθέντες ὑπό τάς ἀράς τῶν αὐτούς ἀδικησάντων παρανόμων κατοίκων τῶν πόλεων· καί οὓτω συμβαίνει τό παράδοξον ἐν τῇ ἰστορία τῶν ἐθνῶν ὁ μέν πρῶτος ἁδικήσας ἁπολαύει τῆς προστασίας τῶν νόμων ἐν τῇ πολιτείᾳ καί τιμώμενος ἐξακολουθεῖ ἀδικῶν, ὁ δέ ἀδικηθείς καρατομεῖται!».
Ο ιστορικός Γεώργιος Π. Κρέμος, όπως προκύπτει από το ανωτέρω κείμενό του, πιστεύει ότι κάποιοι ληστές κατέφυγαν στην παρανομία μετά από κάποια αδικία. Η άποψη αυτή του Κρέμου έχει κάποια αλήθεια δεδομένου ότι στις ταραγμένες απαρχές του ελληνικού κράτους για κάποιους αδύναμους ανθρώπους, χωρίς πολιτικά στηρίγματα, η αδικία μετατρέπεται σε ανυπακοή και ανταρσία. Αναμφισβήτητα όμως η κάπως ρομαντική αυτή άποψη του Γεωργίου Κρέμου συντηρεί τον μύθο του καλού ληστή. Καλός ληστής και κρυφό σχολειό δεν υπήρξαν. Η ληστεία είναι διαχρονική, κακουργηματική πράξη που αποσκοπεί στην απόσπαση και οικειοποίηση ξένων αγαθών από τον κάτοχό τους με χρήση βίας που φτάνει ως τον φόνο. Ο ληστής τρομοκρατεί, λεηλατεί, λαφυραγωγεί και φονεύει.

Η γοητεία του τρόμου ή όταν το φόβητρον γίνεται θέλγητρον
Η ληστεία και οι συνέπειές της ταλαιπώρησαν τον πληθυσμό του νεότερου Ελληνικού κράτους για περίπου ενάμιση αιώνα. Η δραστηριότητα των λη- στών οι οποίοι έκλεβαν, τρομοκρατούσαν, βασάνιζαν και σκότωναν τα θύματά τους ασφαλώς δεν ήταν θεάρεστη πράξη.
Αναμφιβόλως οι ληστές ήταν τα κακά παιδιά της κοινωνίας, βίαια, αδίστακτα και ανυπότακτα που ωστόσο η δραστηριότητά τους σαγήνευε ένα τμήμα της κοινωνίας που τους θεωρούσε ήρωες. Έτσι έχουμε απεικονίσεις ληστών, πραγματικές ή φανταστικές, φωτογραφίες, δημοτικά τραγούδια, ληστρικά μυθιστορήματα,19 βιογραφίες ληστών, θεατρικά έργα, τηλεοπτικές εκπομπές, όπως «η μηχανή του χρόνου» του Βασιλόπουλου αλλά και σύγχρονα τραγούδια με ήρωες ληστές.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πίνακες του Θεόφιλου (1873 – 1934): Ο Λήσταρχος Χρήστος Νάτσιος Νταβέλης το 1855. Ο Λήσταρχος Μανώλης, ένας Λήσταρχος, Κιρκάσιος λήσταρχος, Τσακιτζής.20 και άλλοι. Ο φωτογράφος Αθανάσιος Μάνθος έκανε τα πορτρέτα των λήσταρχων Φώτη Γιαγκούλα και Θω- μά Γκαντάρα. Η καρατομημένη κεφαλή του λήσταρχου Νταβέλη δημόσιο θέαμα στη πλατεία Συντάγματος το 1856, σχεδιάστηκε από το νεαρό τότε Νικόλαο Γύζη. Λίγα χρόνια αργότερα ο Γύζης, πηγαίνοντας για σπουδές ζωγραφικής στο Μόναχο, έδειξε στον δάσκαλό του το σχεδίασμα του αποκεφαλισμένου Νταβέλη. Ο δάσκαλος του Γύζη εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της μορφής του Νταβέλη και κράτησε το σχεδίασμα του νεαρού μαθητή του, το οποίο αργότερα του χρησίμευσε ως πρότυπο για τον πίνακά του «Το Άγιο Μανδήλιο».21
Ο γάλλος αρχαιολόγος και συγγραφέας Edmond About22 (1828-1885) στο βιβλίο του «le roi des montagnes» (ο Βασιλεύς των ορέων) περιγράφει και σατιρίζει χωρίς πάθος και κακία μια κωμικοτραγική πραγματικότητα. Στο μυθιστόρημα αυτό ζωντανεύει ένα κόσμο ληστάρχων, οργάνων της τάξεως, ξένων περιηγητών, αγροτών και πρωτευουσιάνων που κινείται γύρω από τον κεντρικό ήρωα, τον λήσταρχο Χατζησταύρο. Ο Χατζησταύρος, ως μυθιστορηματικός ήρωας, αποτελεί ένα κράμα λεβέντη και πλιατσικολόγου, ευαισθησίας και βαρβαρότητας, κυριάρχου και δούλου. Οι σύγχρονοί του Έλ- ληνες, αλλά και πολλοί μεταγενέστεροι μίσησαν τον Edmond About γι’ αυτό του το βιβλίο θεωρώντας τον μισέλληνα και φιλότουρκο. Γεγονός όμως είναι ότι ο Edmond About αγάπησε την Ελλάδα όπως ήταν, όχι μόνο για το ένδοξο της παρελθόν, αλλά με τις πληγές, τα πάθη και τα προβλήματά της.

Στο θέατρο και το τραγούδι
Το 1982 ο ηπειρώτης Γιώργος Αρμένης έγραψε το θεατρικό έργο: «Ο τρομερός λήσταρχος Χρήστος Νταβέλης23», που ανέβηκε από τον θίασο του Καρόλου Κουν την ίδια χρονιά, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη.
Τραγούδια με ήρωες ληστάρχους γράφονται και στις μέρες μας. Χαρακτηριστικά δείγματα αποτελούν ο Λιόντας, των Λευτέρη Παπαδόπουλου – Μάνου Λοΐζου (1972): «Στο Πήλιο στην Αργαλαστή/ πιάσαν το Λιόντα το ληστή/ που ΄χε τα χέρια τέσσερα/ τα πόδια δεκατέσσερα/ κι έβλεπε κι απ’ τη πλάτη/ μ’ ένα μεγάλο μάτι» … αλλά και ο λήσταρχος Νταβέλης των Κραουνάκη – Τσακνή: «Μια φορά που ζούσα πέρα στην Ανθούσα, στο Πεντελικό/ με μια φουστανέλα βάραγα φουρνέλα, τρόμαζα το ιππικό./ Σ’ όλα τα μπουρδέλα τ’ όνομα μου πρώτο, λήσταρχος Νταβέλης λήσταρχος μπουρλότο…».
Τοπικό ενδιαφέρον τέλος, παρουσιάζει το βιβλίο του δημοσιογράφου και πολιτικού Αντωνίου Σβώκου24 (1903 – 1956) που το 1955 χρημάτισε Νομάρχης Πρέβεζας: «Οι λήσταρχοι Ρετζαίοι και η λη- στεία της Πέτρας, ολόκληρη η αιματηρά δράσις των», Αθήνα 1928 και το νεώτερο του Νίκου Ι. Πά- νου25 «Ρετζαίοι, βασιλείς της Ηπείρου» που εκδό-θηκε το 2006.
Στον καιρό μας ανάλογη περίπτωση είναι αυτή της μαφίας, η οποία με τη δράση της σκορπίζει θάνατο, εκμετάλλευση και δυστυχία, αλλά για χάρη της γράφονται τραγούδια, βιβλία και γυρίζονται τηλεοπτικές εκπομπές και κινηματογραφικές ταινίες, μερικές από τις οποίες εξαίρετες, όπως Ο νονός (The godfather, 1972), του Φράνσις Φόρντ Κόπολα, με τον Μάρλον Μπράντο στον ρόλο του Don Corleone.
Αποτρόπαια θεάματα
Πρόδηλον είναι ότι η ληστεία υπήρξε μάστιγα για το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία της εποχής, γι’ αυτό και επικήρυσσαν τους ληστές που τους καταδίωκαν αποσπάσματα της χωροφυλακής ή του στρατού. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής υπήρχαν θύματα και από τις δύο πλευρές. Οι διώκτες καρατομούσαν τις κεφαλές των επικηρυγμένων ληστών, που τις τοποθετούσαν σε τενεκέδες με πετρέλαιο ή χοντρό αλάτι και τις έστελναν στο εργαστήριο της Ιατροδικαστικής για να αποδείξουν ότι όντως φονεύτηκαν και να εισπράξουν τα χρήματα της επικήρυξης. Τις καρατομημένες κεφαλές διάσημων ληστάρχων, όπως για παράδειγμα των Γιαγκούλα και Νταβέλη, τις κάρφωναν σε πασσάλους και τις τοποθετούσαν σε κοινή θέα, σε δημόσιους χώρους για παραδειγματισμό.
Στο Εγκληματικό Μουσείο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Γουδί26 διατηρούνται μέσα σε φορμόλη, οι καρατομημένες κεφαλές των Γιαγκούλα και Νταβέλη που συντήρησε ο ιατροδικαστής Κωνσταντέλος.
Τελειώνοντας σημειώνουμε ότι από κείμενα ξένων περιηγητών,27 Ελλήνων λογίων28 της εποχής, εφημερίδων, περιοδικών και δημοσίων εγγράφων προκύπτει ότι οι φυλακές του νεοελληνικού κράτους, που οι περισσότερες βρισκόταν μέσα σε μεσαιωνικά κάστρα, ήταν γεμάτες, κυρίως, με ληστές. Η ληστεία είναι έγκλημα διαχρονικό. Οι ληστές, πέρα και πάνω από την προσωπική τους μυθολογία και μυθοπλασία, ήταν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου, που στο πέρασμά τους σκόρπιζαν τρόμο και δυστυχία.

Εν κατακλείδι…
Εν κατακλείδι, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: τα μέλη των ληστοσυμμοριών τηρούν με αυστηρότητα τον κώδικά τους, η εφαρμογή του οποίου εξασφαλίζει τη συνοχή και τη δύναμη της ομάδας.
Οι αιμοσταγείς αυτοί άνθρωποι είναι με τον τρόπο τους θεοφοβούμενοι, γι’ αυτό και κάνουν κάποιες δωρεές σε ναούς και μονές ελπίζοντας σε ευνοϊκή μεταχείριση από το Θείον.
Οι ληστές, όπως προκύπτει από τον κώδικά τους, οφείλουν να είναι σεξουαλικά εγκρατείς ως προς τις γυναίκες αιχμαλώτους τους. Αναλυτικότερα: ο ληστής που θα βιάσει παντρεμένη, χριστιανή γυναίκα αποβάλλεται από τη συμμορία και χαρακτηρίζεται άτιμος. Σε περίπτωση που κάποιος ληστής βιάσει αιχμάλωτον, της συμμορίας κόρην (παρθένον), που ενδεχομένως κρατείται για καταβολή λύτρων, θανατώνεται. Ο ληστής που θα βιάσει αλλόθρησκο και αλλοεθνή γυναίκα, «Τούρκισσα» θεωρείται μιαρός, μαγαρισμένος και τον συχαίνονται. Ο ρατσισμός στη περίπτωση αυτή είναι σαφέστατος.
Πολλοί λήσταρχοι οικοδόμησαν και συντήρησαν τον προσωπικό τους μύθο, προικίζοντας απόρους κορασίδας και ευεργετώντας ενδεείς χωρικούς. Οι ληστές, τέλος, συντηρούσαν ένα ευρύτατο δίκτυο πληροφοριών με σπιούνους και διεφθαρμένους πολιτικούς και κρατικούς υπαλλήλους που τους ενημέρωναν για την μελλοντική τους λεία.
Θα ήθελα από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω τη γραμματέα μου Αλεξάνδρα Λ. Αθανασοπούλου για την πολύτιμη βοήθειά της.

Σημειώσεις
1. Ζαγόρι (το): τοπωνύμιο παλαιοσλαβικό, που σημαίνει πίσω απ’ το βουνό. Max Vasmer, Die slaven in Griechenland, Leipzig 1970, Epirus, λ. Ζαγόρι, Ζαγόριον, σελ 20. Ιωάννης Λαμπρίδης, Ζαγοριακά, Αθήνα 1870. Ζαγόρι και Ζαγοροχώρια, ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ηπείρου στο κεντρικό τμήμα του νομού Ιωαννίνων.

Γεωγραφικώς και ιστορικώς το Ζαγόρι διακρίνεται σε Κεντρικό, Ανατολικό και Δυτικό, αποτελούμενο από 46 χωριά. Στην περίοδο της τουρκοκρατίας το Ζαγόρι γνώρισε οικονομική και πνευματική ακμή. Οι άνθρωποί του έμποροι στην Ευρώπη και τη Ρωσία, διακρίθηκαν στο εμπόριο, στις αγαθοεργίες και στα γράμματα. Οι Ζαγορήσιοι έφεραν από την ξενιτιά το πολιτισμό στον τόπο τους, έκτισαν σπίτια και αρχοντικά, ίδρυσαν σχολεία που τα συντηρούσαν με κληροδοτήματα και δωρεές. Βασικές αιτίες της ακμής, που γνώρισε το Ζαγόρι, εκτός από τις αρετές των κατοίκων του, ήταν τα προνόμια, που του είχαν παραχωρήσει οι Οθωμανοί και η Ομοσπονδία την οποία συγκρότησαν μεταξύ 1681- 84 τα 46 χωριά του, το Κοινόν ή Βιλαέτι του Ζαγορίου, όπως ονομάστηκε, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το 1868. Ο Ζαγορήσιος γενικός προεστός, πρόεδρος της Ομοσπονδίας, εκλεγόταν για 6 έως 12 μήνες από εκπροσώπους των κοινοτήτων, είχε τη βοήθεια ενός συμβουλίου, έμενε στα Ιωάννινα και εκπροσωπούσε την Ομοσπονδία στην εκεί οθωμανική διοίκηση. Η Ομοσπονδία είχε πολλά προνόμια. Δεν έμπαινε Μωαμεθανός στην περιοχή της. Οι Χριστιανοί μπορούσαν ελεύθερα να ασκούν τη λατρεία τους και να κτίζουν ναούς. Οι κάτοικοι της περιοχής δεν είχαν την υποχρέωση να προσφεύγουν στα οθωμανικά δικαστήρια. Ο μητροπολίτης Ιωαννίνων δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στις διαφορές των κατοίκων, χωρίς την άδεια του γενικού προεστού. Αποτέλεσμα των προνομίων ήταν η ανάπτυξη και η ακμή του Ζαγορίου, το χτίσιμο σχολείων από δωρεές των κατοίκων του και η ίδρυση το 1841 παρθεναγωγείου στο Μονοδένδρι. Έτσι στα χρόνια της ακμής του το Ζαγόρι αναδείχτηκε βασικός τροφοδότης του ελληνισμού σε δασκάλους και πρόσφερε στο έθνος εξέχουσες προσωπικότητες όπως ο Νεόφυτος Δούκας, ο Γεώργιος Γεννάδιος, ο Μεθόδιος Ανθρακίτης και άλλοι.
Την καταγραφή έκανε το 1961 ο Στάθης Δαμιανάκος, και αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν στο Ζαγόρι το 1885-1900 ή 1914-1916, βλέπε Στάθης Δαμιανάκος, Κοινωνική ληστεία και αγροποιμενικός πολιτισμός στην Ελλάδα, σελίδες 71-107, στο βιβλίο του Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1987. Την ιστορία του Αναστάση Παληού μου διηγήθηκε η καλή συνάδελφος και φίλη, επίτιμη έφορος βυζαντινών αρχαιοτήτων, Ελένη Γκίνη – Τσοφοπούλου. Ο Αναστάσης Παληός ήταν προπάππος του αείμνηστου συζύγου της Άρη – Αναστάση Τσοφόπουλου από την πλευρά του πατέρα του.
2. Σωποτσέλι, σημερινό Δίλοφον. Παραδοσιακός οικισμός στο κεντρικό Ζαγόρι, βορειοδυτικά των Ιωαννίνων, στις απολήξεις του όρους Μιτσικέλι και σε υψόμετρο 880 μέτρα. Τοπωνύμιο σλαβικό. Πρβλ. Σοποτό (Αροανία) Καλαβρύτων Αχαΐας και βλέπε Max Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Leipzig 1970, λ. Σωποτσέλι, σελίδα 53 και λ. Σοποτό σελίδα 138.
3.Κερατζήδες (αγωγιάτες). Κερατζής ονομαζόταν ο άνθρωπος ο οποίος διέθετε έναν αριθμό αλόγων και έναντι αμοιβής μετέφερε εμπορεύματα και ανθρώπους. Ο κερατζής ήταν άνθρωπος σκληραγωγημένος, άριστος γνώστης του ορεινού οδικού δικτύου και ικανός να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες του ταξιδιού, τις κακές καιρικές συνθήκες ή τους ληστές. Καραβάνια κερατζήδων έκαναν μακρινές διαδρομές από την Ήπειρο στη Θεσσαλία ή τη Μακεδονία.
4. Κολιόπουλος Σ. Ιωάννης, Περἱ λύχνων ἁφάς, Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αιώνας) εκδόσεις ΒΑΝΙΑΣ Θεσσαλονίκη 1994, ιδιαιτέρως σελίδες 99-113, 193-201, 259-264 και εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ Θεσσαλονίκη 2005.
5. Ανδρέας Μοσχονήσιος, ανθυπολοχαγός πεζικού, Τό κάτοπτρον τῆς ἐν Ὲλλάδι ληστείας, Ἑρμούπολις 1869, εκδόσεις Ἑθνικόν Μέλλον, σελίδες s΄+34: Ο κώδικας των ληστών, άρθρα 1 έως 16. Γ. Π. Κρέμος, Η ληστεία εν τη ελληνική ιστορία, Ημερολόγιον Σκόκου, τόμος 11, (1896) σελίδες 246-247. Για όποιον ενδιαφέρεται, τον πληροφορούμε ότι το Ημερολόγιον Σκόκου έχει ψηφιοποιηθεί από το Πανεπιστήμιο Κύπρου και είναι διαδικτυακά διαθέσιμο.
6. Προύχοντας: κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ο πρόκριτος, ο κοτζαμπάσης, αργότερα ο πλούσιος, ο προνομιούχος.
7. Αλεποχώριο ή Αλποχώρι: Αλποχώρι Μπότσαρη, οικισμός της Ηπείρου, 73 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων σε υψόμετρο 440 μέτρα, έως το 1997 επαρχία Δωδώνης.
8. Ιερέας αγιογράφος Κωνσταντίνος από το χωριό Φορτόσι. Το χωριό Φορτόσι Κατσανοχωρίων βρίσκεται νοτιοανατολικά των Ιωαννίνων σε υψόμετρο 860 μέτρα, βλέπε σχετικά: Πιομπίνος Φοίβος, Έλληνες αγιογράφοι μέχρι το 1821, Αθήνα 1979, σελίδα 142. Μανόπουλος Γ. «Ζωγράφοι από τα Κατσανοχώρια. Οι επιγραφές των γνωστών έργων τους (1730 – 1865) Ιωάννινα 2004». Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία. Του ιδίου: «Η δραστηριότητα των ζωγράφων από τα Κατσανοχώρια στη Λάκκα Σουλίου και την ευρύτερη περιοχή», πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου «Λάκκα Σουλίου. Νέες ιστορικές και αρχαιολογικές καταγραφές», Θεσπρωτικό – Αθήνα 2013, σελίδες 224-225, 249. Άλλα συνεργεία ηπειρώτικης εκκλησιαστικής ζωγραφικής, εκτός απ’ αυτό των Κατσανοχωρίων, είναι αυτά από το Λινοτόπι και το Καπέσοβο. Βλέπε σχετικά: Δημήτριου Ν. Κωνστάντιου, «Προσέγγιση στο έργο των ζωγράφων από το Καπέσοβο της Ηπείρου», εκδόσεις ΥΠΠΟ, ΤΑΠΑ, Αθήνα 2001, και Αναστασίας Γ. Τούρτα «Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδένδρι, προσέγγιση στο έργο των ζωγράφων από το Λινοτόπι», εκδόσεις ΥΠΠΟ, ΤΑΠΑ, Αθήνα 1991.
9. Κούγκουλος Β. Θανάσης, «Εζωγραφίσθη στανικώς»: ο θρύλος της προσωπογραφίας ενός ληστή στην πεζογραφία του Χριστόφορου Μηλιώνη. Συμπόσιο με θέμα: Ελληνική λαϊκή τέχνη, παλαιότερες θεματικές με σύγχρονες προσεγγίσεις. Ενότητα: Αναπαραστάσεις εκφάνσεων της λαϊκής τέχνης στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο, στο θέατρο. Τόμος Β’, εκδόσεις Ιδιόμελον, Βόλος 2021, σελίδες 169 – 188, και ιδιαιτέρως σελίδες 178 – 180 όπου αναφέρεται η οικοδόμηση του μύθου του «Φιλόκαλου ληστή».
10. Χριστόφορος Μηλιώνης (1932-2017). Από τους σημαντικότερους νεοέλληνες διηγηματογράφους. Ξεχωρίζει η συλλογή διηγημάτων του «Καλαμάς και Αχέροντας» επανέκδοση Κίχλη, Δεκέμβριος 2017. Γεννήθηκε στο χωριό Περιστέρι Πωγωνίου Ιωαννίνων και πέθανε στην Αθήνα. Εξέδιδε τα περιοδικά «Ενδοχώρα» και «Δοκιμασία». Η οικοδόμηση του μύθου του «Φιλόκαλου ληστή» ενισχύεται εν πολλοίς από το οδοιπορικό αφήγημα του: «Δωδώνη – Λάκκα Σουλίου». Το πεζογράφημα αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον του Κίτσου Μακρή, ο οποίος υπέκυψε στη γοητεία της τοπικής παράδοσης.
11. Αρματολίκι (το): ένοπλες ομάδες ντόπιων, συνήθως χριστιανών, που αναλάμβαναν τη φύλαξη των ορεινών περασμάτων και την αντιμετώπιση των ληστρικών επιδρομών. Οι ομάδες των αρματολών αναγνωρίζονταν επίσημα από την κεντρική διοίκηση του Οθωμανικού κράτους, η οποία τούς παρείχε διαρκώς κίνητρα (φορολογικές απαλλαγές και διευκολύνσεις) προκειμένου να εξασφαλίσει την τάξη σε περιοχές που δυσκολευόταν η δράση του τακτικού στρατού.
12. Κίτσος Μακρής (1917-1988). Σημαντικός λαογράφος. Από τους πρώτους μελετητές του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ. Σημαντικότατη υπήρξε η προσφορά του στη διάσωση, φωτογράφηση, ανάδειξη και μελέτη της ελληνικής λαϊκής τέχνης. Τιμήθηκε για το έργο του από την Ακαδημία Αθηνών. Στη διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στη λαϊκή αντίσταση. Μετά το θάνατό του η οικογένειά του δώρισε το σπίτι του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, όπου στεγάζεται το Λαογραφικό Κέντρο Κίτσου Μακρή. Βλέπε βιβλίο Κίτσου Μακρή Βήματα «Εζωγραφίσθη στανικώς», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1979, σελίδες 220-224, πίνακας 39.
13. Τριανταφυλλόπουλος Δ. Δ., Α. Δ. 30 (1975), Χρονικά, σελίδα 228, πίνακας 145γ.
14. Δούκισσα της Πλακεντίας (1785 – 1854) Σοφία Ντε Μαρμπουά – Λεμπρέν, κόρη του γάλλου διπλωμάτη Μαρκησίου Φρανσουά Μπαρμπέ ντε Μαρμπουά και της αμερικανίδας Ελίζαμπεθ Μουρ, κόρης του κυβερνήτη της Πενσυλβάνια Γουίλιαμ Μουρ και σύζυγος του Δούκα της Πλακεντίας. Η Δούκισσα της Πλακεντίας ενίσχυσε οικονομικά την ελληνική επανάσταση του 1821. Έζησε στο Ναύπλιο, στην Αθήνα και στην Πεντέλη. Πέθανε σε ηλικία 69 ετών, το έτος 1854. Τα τελευταία έξι χρόνια της ζωής της διέμενε στη Βίλα Ιλίσια, έργο του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας 22, στην Αθήνα, όπου σήμερα στεγάζεται το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.
15. Λήσταρχος Νταβέλης, πραγματικό όνομα: Χρήστος Νάτσιος (1832 – 1856) περιβόητος λήσταρχος, Αρβανιτοβλάχικης καταγωγής, με δράση στην Ήπειρο και την Αττικοβοιωτία.
16. Ντούλα Μουρίκη «Η σπηλιά της Πεντέλης», ΔΧΑΕ 7 (1973-74) σελίδες 79 – 115, ειδικότερα για τη χρονολογία 1233 – 34, στη σελίδα 87 και σχετικά με την απεικόνιση του λογίου μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη στις σελίδες 85, 96 έως 98.
17. Σκουβαράς Ευάγγελος «Ένα πεπόνι για τη Δελφική Ιδέα», περιοδικό Ἠώς (1967), τεύχη με αριθμό: 103 – 109, σελίδες 337 – 340 και 488 – 492. Επίσης Κάσδαγλης Χ. Εμμανουήλ, Σκαλαθύρματα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004 «Ο ποιητής και ο ληστής», σελίδες 57 έως 63.
18. Γεώργιος Π. Κρέμος (1839-1926). Γεννήθηκε στο Στείρι της Βοιωτίας. Τελείωσε το Δημοτικό στην Αράχωβα. Μετά το Δημοτικό τελείωσε τη Ριζάρειο Σχολή με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Οικονόμου των εξ Οικονόμων. Μετά τη Ριζάρειο συνεχίζει τις πανεπιστημιακές του σπουδές στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κερδίζει υποτροφία για τη Λειψία, όπου σπουδάζει Φιλοσοφία και Ιστορία. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίστηκε καθηγητής στο Βαρβάκειο και στο Α’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Αργότερα έγινε γυμνασιάρχης της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιώς. Κατόπιν έγινε υφηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιου Αθηνών. Η Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Αθηνών του ανέθεσε τη σύνταξη καταλόγου των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Υπήρξε προσωπικός φίλος του Χαριλάου Τρικούπη, όταν ο Δεληγιάννης έγινε πρωθυπουργός με το αντίπαλον κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη, ο Γ. Κρέμος βρέθηκε από καθηγητής της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, γυμνασιάρχης αρχικά στην Λαμία και κατόπιν στο Αίγιο. Σχετικά με το θέμα μας ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενό του: «Η ληστεία εν τη ελληνική ιστορία», 1889. Περισσότερα για το Γεώργιο Π. Κρέμο βλέπε Θανάσης Χρήστου «Γεώργιος Π. Κρέμος (1839-1926) Ένας κορυφαίος Αραχωβίτης ιστορικός», έκδοση Δήμου Αράχωβας, Αθήνα 2005.
19. Δερμεντζόπουλος Α. Χρήστος «Το ληστρικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα, μύθοι-παραστάσεις-ιδεολογία», εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1997.
20. Τσακιρτζάλι Μεχμέτ Εφέ, γνωστός στην Ελλάδα ως Τσακιτζής (1872-1911). Ζεϊμπέκος που δραστηριοποιήθηκε στις περιοχές της Σμύρνης, του Αϊδινίου, της Αττάλειας και άλλες της σύγχρονης δυτικής Τουρκίας. Θρυλική και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Σκοτώθηκε το 1911 σε ηλικία 39 ετών σε συμπλοκή με τον οθωμανικό στρατό. Η ζωή του έγινε τραγούδι, θεατρικό έργο και κινηματογραφική ταινία. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1960 γυρίστηκε ταινία του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου με τίτλο «Τσακιτζής, ο προστάτης των φτωχών», σε σκηνοθεσία Κ. Ανδρίτσου, σενάριο Νίκου Φώσκολου και τον Ανδρέα Μπάρκουλη στον ομώνυμο ρόλο.
21. Πρώτη πληροφορία για την αχειροποίητη εικόνα του Αγίου Μανδηλίου υπάρχει στην απόκρυφη διδαχή του Θαδδαίου, μαθητή του Χριστού που αναφέρεται στην ίαση του Αβγάρου. Στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου Καισαρείας, Βιβλίον Α, Κεφάλαιον ΙΓ, αναφέρεται η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του τοπάρχη της Έδεσσας Αβγάρου και του Ιησού. Ο Άβγαρος έπασχε από δερματική ασθένεια, πιθανόν λέπρα. Έστειλε, λοιπόν, στον Ιησού με τον έμπιστό του Ανανία επιστολή, παρακαλώντας τον να τον επισκεφτεί για να τον διδάξει και να τον θεραπεύσει. Ο Ανανίας συναντά τον Ιησού στην Ιερουσαλήμ και του παραδίδει την επιστολή του Αβγάρου. Ο Ανανίας παρακολουθούσε την διδασκαλία του Ιησού προσπαθώντας ταυτόχρονα να σχεδιάσει τη μορφή του. Κάποια στιγμή ο Ιησούς έπλυνε το πρόσωπό του με νερό και το σκούπισε με ένα κομμάτι ύφασμα που του έδωσαν οι μαθητές του όπου με θαυμαστό τρόπο πάνω στο πανί αποτυπώθηκε η μορφή του. Ο Ιησούς πλησίασε τον Ανανία και του παρέδωσε το ύφασμα με τη μορφή του, λέγοντάς του να το δώσει στον Βασιλιά του. Αυτή είναι η πρώτη παράσταση του Αγίου Μανδηλίου. Ο Ανανίας επέστρεψε στον τόπο του και έδωσε στον Άβγαρο το Άγιο Μανδήλιον. Ο Άβγαρος θεραπεύτηκε από την ασθένειά του αλλά έμειναν λίγα σπυριά στο πρόσωπό του. Λίγο αργότερα ο Απόστολος Θαδδαίος επισκέφτηκε τον Άβγαρο και τον θεράπευσε ολοκληρωτικά. Για όποιον θα ήθελε περισσότερες πληροφορίες για «Το Άγιο Μανδήλιον» βλέπε Θ.Η.Ε.(1962) Τόμος 1, σελίδες 32 – 33, λήμμα Άβγαρος. The Oxford Dictionary of Byzantium τόμος 2, σελίδες 1282, λήμμα Mandylion (μανδήλιον) των A. Grabar-Μανούσσακα. Σχετικά με την παράσταση του Αγίου Μανδηλίου και τον συμβολισμό του, σε Μεσοβυζαντινούς, μετά την εικονομαχία, και Υστεροβυζαντινούς ναούς της Ελλάδας, της Γεωργίας, της Καππαδοκίας και αλλού, βλέπε άρθρο της αείμνηστης Στέλλας Παπαδάκη Oekland, με τίτλο: «Το Άγιο Μανδήλιο ως το νέο σύμβολο σε ένα αρχαίο εικονογραφικό σχήμα», στο Δ.Χ.Α.Ε 14 (1987 – 1988) σελίδες 283 – 296.
22. Ο βασιλεύς των Ορέων εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1853, στα Ελληνικά το 1968 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, και πρόσφατα, το 2018 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε νέα μετάφραση της Αριστέας Κομνηνέλλη.
23. Το θεατρικό έργο του Γ. Αρμένη «Ο τρομερός λήσταρχος Χρήστος Νταβέλης» εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Γνώση το 1982.
24. Αντώνιος Σβώκος (1903-1956). Γεννήθηκε στο χωριό Χώμερη Ορεινής Ναυπακτίας (υψόμετρο 700 μέτρα), μαχητικός δημοσιογράφος και πολιτικός. Εργάστηκε σε αθηναϊκές εφημερίδες όπως η Καθημερινή και αλλού. Χρημάτισε Νομάρχης Χίου (1946), Αργολίδας (1950), Πρέβεζας (1955) και Πιερίας (1956).
25. Το βιβλίο του Νίκου Ι. Πάνου «Ρεντζαίοι βασιλείς της Ηπείρου», Φιλιππιάδα 2006, αναφέρεται στη ληστεία της χρηματαποστολής που διέπραξαν οι αδελφοί Ρεντζαίοι την Κυριακή 13 Ιουνίου του 1926. Πρόκειται για χρηματαποστολή που έφτασε από την Πάτρα με το ατμόπλοιο Βελά στην Πρέβεζα και από κει με μισθωμένο αυτοκίνητο και συνοδεία υπαλλήλων και χωροφυλάκων, προοριζόταν για την Εθνική Τράπεζα Ιωαννίνων. Η ληστεία έγινε στη θέση Πέτρα και σκοτώθηκε η συνοδεία. Οι αδελφοί Θύμιος και Ιωάννης Ρέντζος, είχαν μεγάλη ληστρική δράση όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και στα Βαλκάνια καθώς και πολλές πολιτικές γνωριμίες και διασυνδέσεις. Μετά την ληστεία της Πέτρας διέφυγαν στο εξωτερικό. Συνελήφθησαν στην Βάρνα της Βουλγαρίας, όπου έκαναν εμπόριο δημητριακών και τυριών. Από τη Βάρνα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και από κει στις φυλακές Κέρκυρας. Οι Ρεντζαίοι δικάστηκαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο και η εκτέλεσή τους έγινε στη Κέρκυρα. Οι καρατομημένες κεφαλές τους καρφώθηκαν σε πασσάλους και τέθηκαν σε δημόσια θέα στη Κέρκυρα. Η ληστρική παραλογοτεχνία, τόσον κατά την εποχή των Ρεντζαίων, όσον και σήμερα ευχαριστεί μια μερίδα του αναγνωστικού κοινού. Θυμάμαι με έκπληξη όταν το 2006 τοποθετήθηκα έφορος βυζαντινών αρχαιοτήτων της 18ης Εφορείας, όλα τα βιβλιοπωλεία της οδού Σκουφά στην Άρτα, να έχουν στις προθήκες τους το βιβλίο του Νίκου Ι. Πάνου.
26. Μικράς Ασίας 75, κτίριο 7.
27. -Appert Le Chevalier, Voyage en Grece, Αθήνα 1856. Δεμοδός Τάκης, Ο ιππότης Αppert (1797-1873), Αθήνα 1949, εκδόσεις Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, αριθμός 41.
-Aφέντρας Γ. Μουτζάλη, «Appert, ένας Γάλλος που διέθεσε την περιουσία και τη ζωή του στην ανακούφιση των φυλακισμένων της Ευρώπης του 19ου αιώνα και ο θάνατός του στη Μεθώνη», Εβδομαδιαία Εφημερίδα «Ταχυδρόμος Άρτας», φύλλο 30 Ιουλίου 2023.
28. Δ. Βικέλας «Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν», εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1991, σελίδα 191. Στο κείμενό του αυτό ο Βικέλας περιγράφει την επίσκεψή του στο κάστρο Πατρών την Πρωτομαγιά του 1884, όπου υπήρχε φυλακή ποινικών κρατουμένων, κυρίως ληστών, και είδε το εξής θέαμα: τρεις γυφτοπούλες με λουλούδια στα μαλλιά, χόρευαν και τραγουδούσαν στην αυλή της φυλακής. Οι φυλακισμένοι παρακολουθούσαν μέσα από τα κάγκελα, ευχαριστημένοι, το θέαμα.
Συντομογραφίες: Α.Δ.: Αρχαιολογικό Δελτίο. βλ.: βλέπε. Δ.Χ.Α.Ε.: Δελτίο Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας. ΘΗΕ: Θρησκευτική Ηθική Εγκυκλοπαίδια. λ. :λήμμα. σ.: σελίς.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ