Η συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας δεν βιώνει μόνο τις συνέπειες μιας παγκόσμιας κρίσης, αλλά μια ειδική, μια πιο επώδυνη, μια πρόσθετη κρίση. Το εκρηκτικό μείγμα των ακραίων τιμών και των αδύναμων εισοδημάτων. Βιώνει την ακρίβεια Μητσοτάκη. Κάποιοι σωρεύουν ανεξέλεγκτα υπερκέρδη, κερδοσκοπούν σε βάρος της πλειονότητας της κοινωνίας, όταν τα λαϊκά νοικοκυριά δεν μπορούν να βγάλουν τον μήνα.


Τα τελευταία δύο χρόνια που η χώρα κατέγραφε ανάπτυξη, οι βασικοί οικονομικοί δείκτες, όπως για παράδειγμα το κεφαλήν ΑΕΠ και το ποσοστό απασχόλησης, συνέχιζαν να βρίσκονται μακριά από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Η αγοραστική δύναμη, ακόμα και πριν τον γιγαντιαίο πληθωρισμό, βρισκόταν μόλις στο 64,6% του μέσου όρου της ΕΕ, με τη χώρα να καταλαμβάνει την προτελευταία θέση πριν από την Βουλγαρία.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας και λίγο μετά την έξοδο από αυτή, η οικονομία βίωσε μια δημοσιονομική επέκταση με έκτακτα μέτρα στήριξης, όπου η κυβέρνηση παρείχε μεν ρευστότητα στην αγορά, ωστόσο, αυτή η ρευστότητα δεν αποτυπώθηκε σε ενίσχυση της βιώσιμης παράγωγης και ανάπτυξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Και αυτό συνέβη γιατί η αγορά κινήθηκε κυρίως από την ιδιωτική κατανάλωση, όχι από επενδύσεις που άφηναν αναπτυξιακό πρόσημο και αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας πίσω τους. Γιατί δεν υπήρχε συγκεκριμένο στρατηγικό πλάνο από την κυβέρνηση που να δημιουργεί συνθήκες βιωσιμότητας για την επόμενη μέρα. Γιατί η κυβέρνηση δαπάνησε ποσά χωρίς ορίζοντα και τώρα που η
ενεργειακή κρίση κορυφώνεται τα χρήματα αρχίζουν να εκλείπουν, οι δημόσιες παρεμβάσεις αρχίζουν να περιορίζονται, τα ελλείμματα να φουσκώνουν και ο προϋπολογισμός χρειάζεται προσαρμογές, με δεδομένο ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης θα υποχωρήσουν σημαντικά το 2023.
Η κυβέρνηση θα μπορούσε με την κατάλληλη στρατηγική να περιορίσει τις ιδιαίτερα αυξημένες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και να διασφαλίσει μία μίνιμουμ ισόρροπη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή. Αντίθετα, αυτό που κατάφερε ήταν να κλιμακωθούν οι εισοδηματικές ανισότητες, να συρρικνωθεί το διαθέσιμο εισόδημα για τη μεγάλη πλειοψηφία και να συγκεντρωθεί γύρω από μία μικρή μειοψηφία.
Τα δεδομένα για το 2020 και το 2021, αλλά και όσα αναμένουμε για το τελευταίο τρίμηνο του φετινού έτους, δημιουργούν ανησυχίες για μία νέα φάση όξυνσης της εισοδηματικής ανισότητας, αλλά και επιδείνωσης άλλων κοινωνικών δεικτών, όπως οι υλικές στερήσεις, ο κοινωνικός αποκλεισμός, αλλά και η εργασιακή ανασφάλεια και φτώχεια.
Την ώρα, όμως, που οι κοινωνικοί δείκτες μαρτυρούν ότι οι συνέπειες της κρίσης βαθαίνουν για τα λαϊκά στρώματα, η κυβέρνηση εμμένει στην ίδια πολιτική: Αυξάνει τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις ανισότητες. Καλύπτει και ενισχύει το πάρτι των καρτέλ στην ενέργεια εις βάρος νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Οδηγεί σε εκρηκτικό πληθωρισμό με ρεκόρ δεκαετιών και ανεξέλεγκτη
ακρίβεια που σαρώνει το εισόδημα των πολιτών. Αρνείται να μειώσει βασικούς φόρους στα καύσιμα και τα τρόφιμα. Εισπράττει φορολογικά υπερέσοδα εκμεταλλευόμενη τις ακραίες ανατιμήσεις, φτωχοποιώντας την κοινωνία, για να επιδοτεί την αισχροκέρδεια και τα υπερκέρδη.
Αυτό που απαιτείται σήμερα είναι η άμεση αντιμετώπιση του προβλήματος της ακρίβειας με χτύπημα της αισχροκέρδειας, κρατικοποίηση της ΔΕΗ για να έχουμε έναν δημόσιο μοχλό άσκησης πολιτικής υπέρ των πολιτών, πλαφόν στη χονδρική και λιανική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου, πραγματική φορολόγηση των υπερκερδών που έχουν σωρευτεί, μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα και του ΕΦΚ στα καύσιμα, ενίσχυση του εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Για να αλλάξει η σημερινή κατάσταση και να μπει η οικονομία σε ασφαλές μονοπάτι, ειδικά μέσα στην ενεργειακή κρίση, χρειαζόμαστε ένα δίκαιο μοντέλο ανάπτυξης, προσανατολισμένο τόσο στις εξαγωγές, όσο και στην ανάπτυξη στην ελληνική αγορά, με έμφαση στους δυναμικούς κλάδους της οικονομίας, όπως η μεταποίηση, η πρωτογενής ποιοτική παραγωγή και οι νέες τεχνολογίες. Ένα σχέδιο που θα στηρίζει τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, των επιχειρήσεων και των αδύναμων κοινωνικών ομάδων και θα διαμορφώνει παράλληλα και τις συνθήκες για ένα πιο ασφαλές οικονομικά μέλλον, μακριά από τον κίνδυνο της φτώχειας και της καταβαράθρωσης των συνθηκών διαβίωσης.
Είναι προφανές ότι οι πολίτες δεν έχουν πλέον τίποτα να περιμένουν από αυτή την κυβέρνηση. Η σημερινή κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς και στο πεδίο της οικονομίας και μόνο η πολιτική αλλαγή μπορεί να εγγυηθεί την αλλαγή πορείας της χώρας.
*Ο Βασίλης Τσίρκας είναι δικηγόρος, πρώην βουλευτής Άρτας, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here