Ηταν κάποτε ένα χωριό. Μια μικρή πατρίδα, μια μικρή Ελλάδα. Ένας τόπος όπου το πρωινό κελάηδημα της πέρδικας έδινε την θέση του στο τρίξιμο του σίδερου που προσπαθούσε να ημερέψει την άγρια γη.


Οι ζωές των ανθρώπων δεν χωρούσαν πολλές χαρές και οι ρυτίδες στα πρόσωπά τους, χαραγμένες από κόπο και πόνο, ήταν τόσο βαθιές που μοιάζανε να φτάνουν μέχρι τις καρδιές τους… «Έλα ρε να φαρμακώσεις τη ζάλη και τη θρέψη» φώναζε η μάνα το παιδί για να φάει. Πώς αλλιώς να του το πει; Μια φορά θυμόταν να έχει χορέψει στη ζωή της, στο γάμο της. Τουλάχιστον εκείνη έμεινε στον τόπο της. Άλλοι γελάστηκαν και ξενιτεύτηκαν. Πήραν τον καημό τους μακριά κι έγινε μεγαλύτερος…Κάποιοι φύγανε από ανάγκη ή τους διώξαν οι γονείς τους. Η μετανάστευση εξαπλωνόταν σε κάθε γωνιά της χώρας σαν επιδημία, αφήνοντας ανεκπλήρωτα όνειρα και έρωτες. Χρόνια μετά ένας γέρος έφτασε στο χωριό από την Αμερική. Δεν χρειάστηκε να μπει στο χωριό, το νεκροταφείο ήταν στην είσοδο του χωριού. Στάθηκε πάνω από τον τάφο των γονιών του, θυμήθηκε μα δε νοστάλγησε…
Ένα απόγευμα η καταιγίδα τους βρήκε όλους στα κτήματα. Είχε βραδιάσει, όταν ο μικρός γιος άκουσε τα βήματα των γονιών του και των μουλαριών να σέρνονται στη λάσπη. Κατέβηκε στο στάβλο να βοηθήσει. Η μάνα, μουσκεμένη από βροχή και ιδρώτα, ξεφόρτωνε την Κόρμπα, ενώ ο πατέρας στέγνωνε τον Ψαρή, που’χε αρρωστήσει παλιότερα κι ήταν αδύναμος. Τρεις τενεκέδες λάδι είχαν στοιχίσει τα φάρμακα. Το παιδί πλησίασε την ταλαιπωρημένη γυναίκα, που πάλευε να τελειώσει ακόμα μια δύσκολη μέρα. Τα μάτια της γύρισαν πάνω του και του φώναξε σχεδόν με οργή: «Να φύγεις»!
Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβει τι ήθελε να του πει η μάνα του. Βλέπεις, τότε που ήταν παιδί όλη του η ζωή στο χωριό ήταν ένα παιχνίδι. Αν και κάθε βράδυ έτρωγε ξύλο χωρίς να ξέρει τον λόγο, δεν μπορούσε να καταλάβει τα βάσανα που υπήρχαν γύρω του. Τώρα πια έχει καταλάβει. Τώρα πια επιστρέφει στο χωριό του για Σαββατοκύριακο με ένα 4Χ4 ταξιδεύοντας με 140 χιλιόμετρα την ώρα. Τότε το αυτοκίνητο δεν το’ξερε ούτε ως λέξη. Μοσχαρίσιο κρέας έφαγε για πρώτη φορά στα δεκαεπτά του, όταν η οικογένεια βρέθηκε στην Αθήνα για να αλλάξει ζωή. Τότε έμαθε κι ότι τα κορόμηλα είναι κόκκινα. Στο χωριό, βλέπεις, δεν προλαβαίνουν να ωριμάσουν…
Η μεγάλη κόρη, όμως, τα καταλάβαινε όλα. Σαν κορίτσι είχε να γνοιαστεί για πολλά. Πρώτα για την αξιοπρέπειά της και μετά για τις δουλειές του σπιτιού. Φόρτωνε τις βουτσέλες στο μουλάρι και πήγαινε για νερό στη βρύση. Το ζωντανό, λες και το ήξερε που ήταν ντροπαλή, σταματούσε κάθε φορά μπροστά στο καφενείο κι ενώ οι καβαλίνες έπεφταν στο χώμα, εκείνη ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Το μικρό κορίτσι μεγάλωσε, έγινε φιλόλογος και διδάσκει τα ποιήματα του Κρυστάλλη σε παιδιά που χώμα δεν έχουν αγγίξει… Μια ζωή με πολλά δάκρυα και λίγα χαμόγελα. Μια ζωή που για μας, τους απογόνους εκείνων που την έζησαν, μοιάζει με παραμύθι.
Εκείνα τα χωριά δεν υπάρχουν πια, όπως τόσες και τόσες μικρές πατρίδες, παρά μόνο στο μυαλό και στην καρδιά όσων τα έζησαν. Οι κήποι ερήμωσαν, οι πεζούλες που κάποτε γέμιζαν σιτάρι τώρα γκρεμίζονται και οι πέρδικες δεν φέρνουν πια το ξημέρωμα. Κάθε φορά που το κυνήγι με φέρνει σ’ αυτά τα γυμνά και άγρια βουνά έρχονται στο μυαλό μου όλες αυτές οι μνήμες που έχω κλέψει από τους προηγούμενους. Μνήμες ανθρώπων, που ήταν τόσο σκληροί όσο και ο τόπος τους.
Κάποτε είπα στον πατέρα μου για να τον πειράξω πως το χωριό του «είναι το χωριό των βράχων και των κοράκων» κι εκείνος χαμογέλασε ευτυχισμένος…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here