Μα πώς ζωντανεύει έτσι το πανί της μνήμης μας; Λες και ήταν χθες. Το «κινηματογραφικόν» όχημα στο χωριό για μια βραδιά με καινούργιο έργο.


Κάααατοικοι τρέξατε! Έφτασε η ώρα για το υπερθέαμα, διαλαλούσε η κόρνα-ντουντούκα με την είσοδό του: Η Γκόλφω ζωντανή στην οθόνη, ένα δράμα κοινωνικόν, το κορυφαίο λαϊκό έργο, όλες οι καλλονές στον τόπο σας! Για τον σκηνοθέτη καμία αναφορά. Το πώς κατάφερνε εκείνος ο οδηγός κι έφτανε νύχτα από δρόμους αδιάβατους στα ορεινά χωριά, ένας Θεός ξέρει.
Παιδιά εμείς τη δεκαετία του εξήντα, πού να καταλαβαίναμε από τέτοια λόγια που έβγαιναν σαν χείμαρρος από το μεγάφωνο του αγαπητού σινεματζή Κασελούρη. Για την ιστορία ας αναφέρω ότι στο νομό υπήρχαν και δυο ακόμα συμπολίτες μας που δραστηριοποιούνταν στον χώρο. Ήταν οι κ. κ. Παπαδημητρίου από την Γραμμενίτσα και Σακέλλιος από το Κομπότι. Ένα βάλσαμο για τις μειονεκτικές ορεινές περιοχές η παρουσία τους και μια ευκαιρία να ανοίξει ένα μικρό παράθυρο για τον έξω κόσμο κι ας ήταν και μυθοπλασία. Ήταν οι πρώτες κινηματογραφικές εμπειρίες στη ζωή μας, τόσο πολύ μακρινές σε σχέση με το σημερινό YouTube.
Σπουδαίες βραδιές, που όλες είχαν πανηγυρικό χαρακτήρα. Το δημοτικό σχολείο τούς περίμενε όλους με τις καλύτερες φορεσιές του. Ακατάλληλα έργα δεν εύρισκαν γόνιμο έδαφος. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε και το ρόλο αυτόν τον αναλάμβανε η γεννήτρια που συνόδευε τη μηχανή προβολής. Το σκοτάδι υποχωρούσε, η φωταγώγηση έφτανε μέχρι την πλατεία και οι μουσικές δονούσαν τη νύχτα. Τα θρανία λίγα για να χωρέσει ο κόσμος όλος, γι’ αυτό οι περισσότεροι θεατές έφερναν καρέκλες από τα σπίτια τους ή από τα καφενεία που, για την περίσταση, έκλειναν προσωρινά. Το «δικό μας» θρανίο πιασμένο, αλλά σε ποιόν να διαμαρτυρηθούμε; Ακόμα και τα μάρμαρα των παραθύρων γέμιζαν από αναρριχητές, με αποτέλεσμα να δέχονται τις φιλοφρονήσεις των έξω λαθροθεατών.
Ρόλο οθόνης ένα σεντόνι λευκό πάνω από τον μεγάλο πίνακα, τα φώτα χαμήλωναν, τα «επίκαιρα» είχαν την τιμητική τους και τα «προσεχώς» φυσικά απουσίαζαν. Άκρα ησυχία στην αίθουσα σαν σε εκκλησία, το συναίσθημα σε διέγερση, ταραχή, συγκίνηση, αμηχανία για τους αμύητους, τα χέρια έσφιγγαν τις καρέκλες, η σκηνή αρχίζει να φωτίζεται από τους πρωταγωνιστές του έργου. Όρθιοι ή καθιστοί οι θεατές, καθηλωμένοι όλοι.
Κινούμενες ζωντανές εικόνες και πραγματικά πρόσωπα, έτοιμα να ξεχυθούν πίσω από τη μεγάλη οθόνη με μαγικό τρόπο. Μελοδράματα, παντρολογήματα, κωμωδίες, αστυνόμοι, φουστανελάδες, πάθη του Χριστού πίσω από το πανί που δεν χόρταινες να βλέπεις. Πότε μάτια βουρκωμένα από κάτω και πότε γέλια χορταστικά. Θα λέγαμε ότι γελούσε ο κόσμος με την καρδιά του και έκλαιγε με την ψυχή του. Ταυτίζονταν με τους ήρωες και σάστιζαν με τις ατάκες και τις γκριμάτσες τους. Τους συνέπαιρναν τα λόγια και οι κινήσεις τού σώματος από αντράκλες και γυναικάρες. Ο ανθισμένος μαθητικός κόσμος δεν κρατιόταν και κανείς δεν αποκοιμιόταν στην καρέκλα όπως συμβαίνει σήμερα.
Ήταν για όλους μια οικογενειακή διασκέδαση, που άφηνε στην άκρη κάθε σκοτούρα της μέρας σε εποχές φτώχιας και σκληράδας. Κι αν το τέλος ήταν ευτυχές, ακολουθούσαν ζητωκραυγές και χειροκροτήματα, σαν σε προσγείωση αεροπλάνου! Νέμεσις. Αναμφίβολα ο κινηματογράφος -ελλείψει τηλεόρασης- με τα μηνύματά του άφηνε στις μικρές κοινωνίες ισχυρό πολιτιστικό στίγμα και έδινε ένα δείγμα άλλων ηθών και κουλτούρας, προερχόμενο κυρίως από τις αστικές περιοχές. Μπορεί να ήταν απλά ένα εμπορικό θέαμα και να μη δημιουργούσε απαραίτητα κοινωνικούς προβληματισμούς, ωστόσο συνδέθηκε με τη ζωή των χωριών την εποχή που ο ασπρόμαυρος ελληνικός κινηματογράφος ήταν στις δόξες του. Έρ- χονται στιγμές σήμερα που τροφοδοτούν τη μνήμη μας όλες αυτές οι ταινίες που κουβαλούν μυρωδιές από παλιά φιλμ, πομπίνες και θορυβώδεις μηχανές προβολής. Ποιος αλήθεια θυμάται πόσες φορές κοβόταν ξαφνικά εκείνο το φιλμ χωρίς καμία διαμαρτυρία; Απορίας άξιο είναι, γιατί στα ύστερα Γυμνασιακά χρόνια στην πόλη απαγορεύονταν να πλησιάσουμε στο ΡΕΞ. Απάντηση δεν υπήρχε. Γιατί έτσι! Το «κανείς να μη λείψει, όταν θα ξανάλ-θουμε στο χωριό σας», δυστυχώς μετατράπηκε σε ένα διαρκές «μας συγχωρείτε, διακοπή», γιατί το γυαλί έφαγε το… πανί.
Σήμερα οι δραματοποιημένες ειδήσεις με επιτηδευμένη εικόνα τυλιγμένες στο μαύρο και το αίμα είναι αυτό που «πουλά» περισσότερο, φορτίζει και καταγράφει υψηλά νούμερα τηλεθέασης. Δυστυχώς, ο πόνος, το έγκλημα, ο βιασμός, η κακοποίηση έγιναν τα κύρια χαρακτηριστικά της ζωής μας που τα ρουφούν πρόθυμα οι καναπέδεσ των σπιτιών μας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here