Και εκεί που ήθελα να γράψω δυο λόγια για τη βία από το δημοσίευμα μιας εφημερίδας πέρασε ο καιρός, ήρθε το Πάσχα με τα σουβλιστά ελέη, τις γαλατόπιτες της μάνας, τα απαγορευμένα κοκορέτσια και όλα όσα αποτελούν την ελληνική εκδοχή του.


Και ξέχασα τη βία, αλλά αντίκρισα την άνοιξη. Και όπως σωστά λέει κι ένας γείτονάς μου «ο Απρίλιος στα λατινικά λέγεται ”Αperio” και σημαίνει ”ανοίγω”, από εκεί και η άνοιξη, το άνοιγμα της φύσης, της ζωής». Αν και δεν είμαι ειδικός, φαντάζομαι πως και το Πάσχα σηματοδοτεί την αναζωογόνηση της φύσης – συγχωρήστε με αν κάνω λάθος.
Ενώ άρχισα με τη βία, παραμονές της Μεγάλης Παρασκευής βρέθηκα σε λιβάδια καταπράσινα, σε ρυάκια παραφουσκωμένα από τον χειμώνα που πέρασε, στα απίστευτα χρώματα που αρχίζουν να διαμορφώνουν την εικόνα του ματιού. Και την εικόνα που βλέπει το ανθρώπινο μάτι καμία τέχνη δεν καταφέρνει να την αποτυπώσει με ακρίβεια. Όλες οι τέχνες αντιγραφές είναι, που προσεγγίζουν το θέμα τους, δεν το τελειοποιούν.
Η εικόνα που έχει το ανθρώπινο μάτι διαφοροποιείται ανά δευτερόλεπτο από τα κέφια του αέρα, του ήλιου, από την σκιά ενός δέντρου, από την δύναμη του υγρού στοιχείου. Υπάρχει άραγε καλύτερος ευρυγώνιος φακός από το μάτι;
Παρατηρώντας τα παιχνίδια με τα χρώματα, έφτασε και ο παράξενος ήχος. Δεν ξεγελάστηκα, εκεί κοντά σ’ ένα μικρό κοτέτσι η «θειά» έσφαζε αλανιάρη κόκορα -πιθανώς παραγγελία είχε πάρει από κάποιον που γνωρίζει να τρώει αγνές τροφές. Και ο κόκορας, αν και ακέφαλος, σπαρταρούσε και τίναζε το αίμα του να ποτίσει και να λιπάνει τα αγριόχορτα για να τα νοστιμίσει. Αυτά που όχι μόνο εμείς οι κυνηγοί, αλλά κυρίως οι φανατικοί χορτοφάγοι «κυνηγούν», για την αγνότητά τους και τη μοναδική γεύση τους.
Προχώρησα ανηφορικά να χαζέψω τις αντανακλάσεις του ήλιου με το φρέσκο φως. Περπατώντας, το μονοπάτι διακλαδιζόταν και άκουσα ήχους από βελάσματα προβάτων. Συνέχισα την πορεία μου και είχα αμφιθεατρική εικόνα του χώρου. Ένα μαχαίρι (με βία; Με βία;) πρόλαβα και το είδα να μπαίνει στο λαιμό υποψήφιου οβελία. Ο ήχος του θανάτου τράνταξε το φως.
Στα οργανωμένα σφαγεία ο θάνατος δεν έχει ήχο και έρχεται με επιστημονικούς, αθόρυβους τρόπους, πιστεύω. Περπατώντας το διάσελο και κατηφορίζοντας στο αντιπρανές, άλλαξαν και οι εικόνες από την αποσκιερή πλαγιά. Πλεύρισα στη ρεματιά που συνάντησα και άφησα πίσω μου μισοπεσμένες πεζούλες. Δεν ήταν ο καινούργιος ήχος που με έκανε να σταματήσω πάλι, αλλά οι μυρωδιές -άσχημες, που δεν συμβάδιζαν με τα πράγματα του Θεού. Μικρό βουστάσιο έφραζε τη ρεματιά και στον περιφραγμένο χώρο του τα χοιρινά- αυτά τα πεντανόστιμα κρέατα- έπαιρναν τη σειρά τους για το εμπόριο. «Χοιρινή μπριζόλα», την συνιστούν και οι γιατροί σε μερικές περιπτώσεις.
Πλησίαζα στο χωριό μου ύστερα από μεγάλη περιπλάνηση. Συνάντησα στους αγρούς γυναίκες να κόβουν με τα χέρια αγριολούλουδα για να στολίσουν τον επιτάφιο. Παρακεί μια συντοπίτισσα έκοβε τα χαμομήλια, που είχαν κιτρινίσει τον τόπο. Εκλεκτό ρόφημα στα κρύα γυρίσματα του χειμώνα, που ανασταίνει και νεκρούς. Και ευωδιαστή η γεύση του.
Έφτασα σπίτι και ήπια νεράκι. Έψησα το καφεδάκι μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Η καμπάνα μας καλούσε στον επιτάφιο. Για τη βία στη φύση θα μιλήσω άλλη φορά, που θα είμαι και περισσότερο ενημερωμένος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here