Τα κάλαντα της Ανάστασης του Λαζάρου είναι από τις πιο πολύτιμες στιγμές που κουβαλάμε από την εποχή των παιδικών μας χρόνων και που κοντεύουμε να τις ξεχάσουμε. Ήταν θρησκευτικό έθιμο, προσευχή στη Θεότητα της Άνοιξης, κοινωνικός κανόνας, εκδρομική ευκαιρία ή μεγάλο γιορτάσι; Σίγουρα κάτι από όλα αυτά ή όλα μαζί.

Ο θάνατος και η έγερση εκ νεκρών έγινε τραγούδι διηγηματικό για καλλίφωνους και μη. Οι μικρές θεότητες, αθροισμένες στον αιώνιο κύκλο της ζωής σε μικρές ομάδες, ξεκινούσαν από τα χαράματα το Σάββατο του Λαζάρου στα χωριά μας με μορφή πομπής. Μόνο στα αγόρια επιτρεπόταν να πάρουν μέρος στην «τελετή». Καμάρωναν με τα καλαθάκια στο χέρι στολισμένα από ευωδιαστούς βλαστούς δάφνης, κρίνα και αγριολούλουδα της εποχής.
Ντυμένα με τα καλύτερα ρούχα, τα Λαζαρούδια έπαιρναν σβάρνα τους μαχαλάδες, τους χωμάτινους δρόμους, τις απόμερες στράτες και τις λάκκες τις χλοερές. Ανάσαιναν στις ανηφοριές μέχρι μέθης, γιατί περπατούσαν ανάμεσα από ανθισμένες κερασιές και γκορτσιές που λικνίζονταν σαν λυγερές γυναίκες. Τι κι αν έλειπε η άσφαλτος, τι κι αν χάνονταν στα σταυροδρόμια και τα τρίστρατα; Έφτανε που το μέσα τους ήταν λαμπερό και μια απέραντη λεωφόρος. Σε τρικυμία το αίμα τους στις φλέβες. Τα μάτια τους ήλιοι πολλοί καθώς αντανακλούσαν το φως της νιότης τους.
Ακράτητα τα γέλια, άπειρα τα πειράγματα και κάθε τόσο έκαναν και ταμείο… Κι ενώ γνώριζαν ότι πάνε σε μαραθώνιο, λειτουργούσαν σαν σε κατοστάρι. Μέχρι το μεσημέρι η πορεία είχε μια κορυφούμενη ευθυμία. Μετά οι αντοχές λιγόστευαν και ξόδευαν το σώμα τους. Οι πόρτες των σπιτιών ήταν όλες ανοιχτές και τα σκυλιά… δεμένα. Να τα πείτε, να τα πείτε! Ίδιο το άσμα όλη μέρα από την αψίδα των χειλιών τους, κι αυτοί να μην το βάζουν κάτω. Σε κάθε τελείωμα έπεφτε και κανένα φιλί στο μάγουλο και, πριν προλάβουν να σκουπίσουν τα σάλια, ήδη αυτά έτρεχαν στην ψυχή τους. Ήταν η ευμενής μεταχείριση από συγγενείς, κουμπάρους, οικογενειακούς φίλους και γείτονες.
Και οι κοπέλες με τον ενστικτώδη ερωτισμό παρακολουθούσαν τα δρώμενα πίσω από καμιά κουρτίνα ή κανένα θολό τζάμι. Η ντροπή και τα έθιμα δεν τους επέτρεπαν να είναι παρούσες στο λιγοστό ακροατήριο του σπιτιού ή παρέα στους δρόμους με τους περιφερόμενους αοιδούς.
Τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα τότε δεν περίσσευαν για τα Λαζαρούδια λόγω φτώχιας. Μόνο αυγό στο καλαθάκι ή για συμπληρωματικό κέρασμα κανένα σπιτικό κουλουράκι. Όσο και να υψωνόταν η φωνή, η μεταχείριση ήταν η ίδια. Το καλό με το αναγκαίο! Κατά το απογευματάκι σπάνια επέστρεφαν τροπαιοφόροι. Παρότι όλοι μεταφορείς εκ περιτροπής, το βάρος ήταν δυσανάλογο των δυνάμεών τους. Οπότε η λύση ήταν να απαλλαγούν από μέρος αυτού. Κι οι… έμποροι εξαφανισμένοι.
Οι μνήμες αυτές φέρνουν χαρά και ευχαρίστηση σε όλους. Σπάνια ή και καθόλου τα τελευταία χρόνια θα φανούν αγόρια και κορίτσια στους δρόμους με γλυκά καλαθάκια στα χέρια. Τα Λαζαρούδια μένουν στο σπίτι τους παρέα με το αγαπημένο τους smartphone. Ίσως κάνουν την εμφάνισή τους τίποτε πύραυλοι τελευταίας τεχνολογίας σταλμένοι από το… υπερπέραν ή κάποιες μεταλλάξεις του παγκόσμιου ιού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here