Μια σπαρταριστή αφήγηση γύρω από τις κυνηγετικές περιπέτειες μιας ομάδας Ελλήνων στρατιωτών κατά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1919, που συμπληρώνουν το συσσίτιο τους με ό,τι έχει να τους προσφέρει η θεά Άρτεμις. Αφήγηση από τον παππού μου όταν καθόμασταν γύρω από το καζάνι με τα τσίπουρα και παίρναμε το αγιονέρι.


Η Μεραρχία μας βάδιζε νυχθημερόν για την Ανδριανούπολη, όπου, όπως είχαμε πληροφορίες από την άγραφη εφημερίδα του στρατού, ήταν οχυρωμένοι οι Τούρκοι και έπρεπε με κάθε θυσία να τους ξετινάξουμε.
Όλοι μας είμαστε πεθαμένοι από την κούραση και μόλις στεκόμαστε στα πόδια μας από την συνεχή πορεία. Μα σαν φτάσαμε κοντά στο Διδυμότειχο μια διαταγή του στρατηγείου μάς έκοψε την προέλαση, πράγμα που έγινε δεκτό με μεγάλη ανακούφιση.
Ο καταυλισμός μας έγινε λίγο έξω από την κωμόπολη, ανάμεσα σε κάτι ερειπωμένα βραχοχώρια που τα είχαν κάψει οι Τούρκοι φεύγοντας. Εκείνες τις ημέρες, σαν λοχίας που ήμουνα, είχα αποσπαστεί για συσσιτιάρχης του λόχου μου και δοκίμαζα πρώτος το νερόβραστο καλαμποκομαγείρεμα, το οποίο τακτικά για δύναμη μάς ανάγκαζε να τρώμε ο λοχαγός μας. Πήγαινα να σκάσω από τη μονοτονία, ώσπου κάποτε τέλειωσε η καύσιμη ύλη και κατόπιν σχετικής διαταγής αναγκαστήκαμε να βγούμε στο πλησιέστερο βουνό για ξύλευση.
Πήρα τη διμοιρία μου, κάτι παιδιά όλα μάλαμα, αλλά μάρκες αγύρευτες και όπως έλεγε κάποιος Κερκυραίος «μάρκες ντεποζιτάτες». Ανάκατα πρωτευουσιάνοι, Εφτανησιώτες και άλλοι που ξεχώριζαν μέσα σ΄ αυτούς φινέτσες διάσημες, ιδίως ο Κερκυραίος τύπος ειρηνόφιλου μουζικάντε και ένας παμπόνηρος Πειραιώτης, κάλτσα του διαβόλου…και τράβηξα για το βουνό.
Μ’ όλο που βρισκόμαστε σε πόλεμο το κέφι δεν έλειπε ανάμεσά μας, ούτε και τα συχνά γλεντάκια. Ο καθένας μας είχε εφεύρει κάτι που να είναι ωφέλιμο και στον εαυτό του και εις τους άλλους για να περνά η ώρα.
Κυνηγοί με μάνλιχερ
Εγώ και δυο τρείς άλλοι είμεθα οπαδοί πιστοί και ακούραστοι της Αρτέμιδος, η οποία με τους φτερωτούς τετράπαχους ακολούθους της, μας γέμιζε τόσο με χρυσές δάφνες την κυνηγετική μας υπόσταση όσο και ετόνωνε με εξαίρετες βιταμίνες μαύρου και απαγορεύσιμου κρέατος -κατά τον λοχαγόν μας, που λύσσαζε δια την παράβασιν των διαταγών του νυκτερινού σιωπητηρίου σαν σιγανοτραγουδούσανε…τα αδειανά στομάχια μας και μας έκανε να θυμόμαστε ότι κάποτε υπήρξαμε άνθρωποι με ζωή και ποίηση και με κάποια ιδανικά.
Τα πολεμικά όπλα μας δεν ήταν βέβαια κατάλληλα για τα πουλιά αλλά επειδή το μένος ποτέ του δεν σβήνεται είχα καταφέρει έναν υπολοχαγό πίσω στα μεταγωγικά και μου φύλαγε ένα κυνηγετικό ντουφέκι και εις αντάλλαγμα έπαιρνε μερίδιο από το μεζέ που του έστελνα κάποτε με το διαβολάκο τον Πειραιώτη!
Υλικά για γέμισμα, θα πείτε; Ε! ας ήταν καλά το Έθνος! Εκείνο όμως που μας πέθαινε ήταν που να βρει κανείς τα σκάγια. Κι όμως η πενία τέχνας κατεργάζεται. Έτσι κι εμείς, αν και στην αρχή ξύναμε το κεφάλι για να κατέλθουν οι φαεινές ιδέες, έστω και εάν κατέβαιναν άσπρες ψείρες, κατορθώσαμε να βρούμε τον τρόπο, κόβοντας μολυβένιες σφαίρες σε μικρά κομμάτια, ακανόνιστα βέβαια, αλλά που εκανόνιζαν για καλά πάπιες στους βάλτους, λαγούς στα πράσινα λιβάδια και στις ρεματιές και πέρδικες τετράπαχες και γλυκολάλητες στον κατήφορο των βουνοπλαγιών. Και έτσι σε κάθε ανάπαυλα είχαμε χούφτες από σκάγια του προτύπου αυτού εργοστασίου μας.
Μα αν η Άρτεμης φαινόταν τόσο βολική σε μας η τύχη που γνώριζε όλες τις παραβάσεις μας και μάλιστα την τελευταία για την καταστροφή υλικού πολέμου, μας την έφερε. Μια μέρα εκεί που κόβαμε τα σκάγια, μας άρπαξε το μάτι του λοχαγού μας. Κρητική γαρ καραμπάτσα που τίποτα από τέτοια δεν κατάπινε, θέλησα για δικαιολογία να πω πως «έρριχνα του Αη Γιαννιού τα βολίμια, έτσι για ντόρο». Μάταια όμως. Ο Κρήτικας, αγριεύει και απαντώντας μούπε, λες και τον ακούω:
-Ηντα μωρέ μου λέις, δια΄λε παρ΄το γονιό σου; Μμμ, τσυνήγι θα παένης; Τσε μωρέ τσαν πάεις, στρατοδιτσείο σε παένω τσε σου παίζω επαε τη μουτστούνα σου…».
Για πολλή ώρα μείναμε μάρμαρο, γιατί ξέραμε πως ο λοχαγός δεν αστειευόταν. Ό,τι έλεγε το έκανε. Και την άλλη μέρα στην ημερησία διαταγή της μεραρχίας «πας ο καταστρέφων υλικά πολέμου» θα ντουφεκιζόταν χωρίς πολλές διατυπώσεις.
Τρόμος και φόβος μας κατέλαβε όλη την συντροφιά και για πολλές ημέρες επιδιδόμασταν στα ειρηνικότερα έργα, της αγγαρείας!
Αλλά έλα που η Διάννα (άδειο) του στομαχίου με το ακομπανιάρισμα των σαξοφονικών εντέρων μας ήταν όλο και χειρότερη!
Καλές οι διαταγές αλλά…Έτσι είχαν τα πράγματα σαν βγήκαμε για ξύλευση. Μ’ όλο που ο λοχαγός με υποψιαζόταν πάντα κατάφερα τον Πειραιώτη που ήξερε να ξεφεύγει ψύχραιμα από κάθε κακοτοπιά με τις μαγκιές του και μούφερε το δίκαννο, ενώ ο Κερκυραίος σαρδελάς…αξιωματούχος δεκανέας όλο σταυρούς έκανε φοβούμενος την συνέργειά του στην πράξη, που είχε γίνει απαγορεύσιμη επί ποινή θανάτου.
Σαν φτάσαμε στο λογγομένο βουνό, όπου η αγριοκαστανιές και οι οξιές μας έκρυβαν από κάθε τρομάρα, πήγαν περίπατο λέξεις και διαταγές, βγήκε κάτω από διάφορους μανδύες, κομμάτι, κομμάτι το ντουφέκι, δια τον φόβον των Ιουδαίων, δέθηκε και γεμίστηκε και το είχα πλέον έτοιμο. Ασφαλώς ό,τι και να πεταγόταν θα πέθαινε.
Ελλείψει σκυλιών άπλωσα τα παιδιά εδώ και εκεί δύο-δύο για κάθε ενδεχόμενο με τα όπλα στο χέρι. Κατά σύμπτωση ο δεκανέας πήγε με τον Πειραιώτη, ο οποίος μη σεβόμενος ούτε ανωτέρους ούτε εκτιμών τον πιθανόν κίνδυνον ήταν όλο κέφια, πειράζοντας τον Κερκυραίο του έλεγε πως ήταν μοναδικός στους ντουμπλέδες, λέγοντάς του: «Μωρέ, λαλεί το κοκκορέλλι, πίσωθε στο πορτέλι; Αν ειπής και λαλήσει ο Κρητικός, σένα θα ντουφεκίσει και άσε τσι ντουμπλέδες Πίπη…».
Και ο κακόμοιρος ο δεκανέας όλο και σταυροκοπιόνταν. Γιατί δεν υπάρχει χειρότερο από το να θυμάται κανείς την τιμωρία του στρατιωτικού κανονισμού τη στιγμή που ξαναγίνεται έστω και για λίγο άνθρωπος και τέτοια άδοξη τιμωρία μάλιστα!
Κάποια στιγμή προχωρώντας σε μια γιδόστρατα, αντιλήφθηκα πατημασιές από γουρούνι πολύ φρέσκιες. Με ένα νόημα όλοι κατάλαβαν τη δουλειά τους και αρχίσαμε κλοτσώντας σαν μουλάρια πέτρες και τούφες από θάμνους, να κάνουμε «παγάνα», ενώ ο αδιόρθωτος καλαμπουρτζής μας, πέταξε στον δεκανέα μας τις φράσεις: -Βρέ Πίπη, την διαταγή την συλλογιέσαι; Και ακολουθούσε νέο σταυροκόπημα του δεκανέα όσο πήγαινε και νευρικότερο που έμοιαζε με παίξιμο μανδολίνου!
Δεν θάχαμε κάμει κάμποσα μέτρα που ο Πειραιώτης, μάτι γερακιού, κάτι είδε να κινείται μέσα στα χαμοκλάδια και χωρίς να χάσει καιρό, έριξε. Ήταν το γουρούνι αλλά όσο και μπιχτή να την έφαγε, φαίνεται πως δεν το κράτησε επιτόπου, γιατί μες τα χαμοκλάδια είδαμε μια αιμάτινη γραμμή σαν τρέξαμε ξοπίσω του, εξακολουθώντας με μεγαλύτερο τώρα πια θόρυβο την παγάνα. Μα του κάκου, λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε. Ό,τι δε αρχίζαμε να απελπιζόμαστε, ξάφνου από κάτι αραιώματα των δένδρων το πήρε το μάτι μου που έτρεχε στην απέναντι βουνοπλαγιά σαν μανιασμένο από την πληγή που είχε. Μη έχοντας που να τρυπώσει, γιατί είχε πια ξεπεράσει από τα λημέρια του, ενώ ένιωθε κοντά του τον κίνδυνο, τρύπωσε σε μια παλαιοκαμάρα ενός χαλασμένου δρόμου.
Δίχως να πολυσκεφτούμε όλοι μας τρέξαμε προς τα εκεί, αψηφώντας τόσο τον κίνδυνο των τυχόν τσέτηδων όσο εκείνον του να μας έβλεπαν από τον καταυλισμό να επιδιδόμαστε σε αντικανονικά έργα. Τόση ήταν η μανία μας για τον μεζέ και για το κυνήγι! Σαν φθάσαμε επιτόπου λαχανιασμένοι από το τρέξιμο, πολιορκήσαμε την γέφυρα με την υπόθεση ότι το ζώο θα έκανε κάποια έξοδο και θα το τελειώναμε αλλά τίποτε. Κάθε προσπάθειά μας την υποδεχότανε αυτό μ΄ ένα μανιασμένο μούγκρισμα.
Κι επειδή η ώρα έφευγε χωρίς να γίνεται τίποτα σκέφτηκα να βάλω φωτιά με φρύγανα. Ήταν ο μόνος τρόπος που θα αναγκάζαμε το ζώο να φύγει, αφού προηγουμένως ο καθένας μας με εφ’ όπλου λόγχη κατάλληλα τοποθετημένος ή θα το εσούβλιζε, όπερ και προτιμότερο, ή θα το ντουφέκιζε εν ανάγκη.
Τα φρύγανα ξερά και μυρωδάτα από τα καθάρια δάκρυα της ριζοβολιάς τους άρχιζαν με τα στερνά τους τριξίματα να παραδίνουν στις κίκκινες φλόγες την ζωή τους που σαν ανάλαφρο ξετυλιγόταν στις τούφες της λιβανωτής καπνιάς, η οποία χυνόταν ασφυκτικά μέσα στο γεφύρι ή ξέφευγε προς το γαλανό απέραντο…
Η αγωνία μας είχε φτάσει στο κατακόρυφο όταν κάποια στιγμή το καρδιοχτύπι μας, κάλυψε μια φωνή: «Απάνω σου ρε Πίπη…Το αγριογούρουνο βγαίνει…ρίχτου». Δεν πρόκαμε να τελειώσει καλά-καλά και το γουρούνι πνιγμένο από την καπνιά όρμησε αγκομαχώντας έξω, τρίζοντας τα γυριστά του δόντια. Κάτι γυάλισε μια στιγμή στον αγέρα σαν ασημένιος καθρέφτης. Και αμέσως ένα ουρλιαχτό, κάτι ποδοπατήματα…ένας ντόρος…μια φωνή πνιγμένη στον φόβο…Και ύστερα κάτι σαν σφυρί σιδηρουργού που ρυθμικά χτυπούσε πάνω στο αμώνι κάποιο αναμμένο σίδερο.
Του κάκου περιμέναμε την θηρευτική κραυγή «το εφάγαμε!». Ούτε είδαμε τον νικητή να υψώνεται περήφανα μπροστά μας και να μας θωρεί με το βλέμμα της ανείπωτης κυνηγετικής ικανοποίησης. Μόνο είδαμε το γουρούνι να φεύγει προς τα επάνω, ενώ μέσα στο στόμα του το αιματοαφρισμένο, με μια υπέρτερη δύναμη σήκωνε ένα όπλο πολεμικό που σερνότανε και χτυπούσε εδώ κ’ εκεί… Δεν θα είχε φτάσει εκατό μέτρα και μ’ ένα βουνό σινιάλο ανυπάρκτου παραγγέλματος «πυρ», ρίξαμε στο γουρούνι που έκαμε μια τούμπα στο αγέρα και χάθηκε στην ρεματιά μιας χαράδρας.
Τι είχε συμβεί; Απλούστατα ο δεκανέας μπαγιονετίσας το ζώο δεν υπολόγισε ούτε την αντεπίθεση, ούτε το μέρος που θα χτυπούσε και μανιασμένο το γουρούνι από την πιο πρώτινη ανοικτή πληγή του, άρπαξε το όπλο και μ’ ένα γερό τράβηγμα το συνεπήρε, αφού έριξε χάμου εκείνον που το κρατούσε. Το τι γίνηκε σαν σηκώσαμε το γουρούνι και ξαναπήραμε το όπλο από τον εχθρό δεν λέγεται…
Ο Πειραιώτης ήταν στις δόξες του και ο Κερκυραίος στις σκασούρες του. Γιατί ο πρώτος δεν έπαυε να λέει στον δεύτερο – σ’ όλο το διάστημα του γυρισμού μας και της εκεί διαμονής μας- τόσο που έγινε γνωστό σε όλους. «Ιντα μωρέ τζογούλα μου Πίπη, σου ‘φτιαξε το γουρούνι της Θράκης, Τσε με το σπαβέντο σου μου ράισες το φυλλοκάρδι, τσε με τους σταυρούς σου, σούφαγε το ταμπουλογούρουνο τσι ντουμπλέδες».
Ώσπου από πολλά χάχανα και γέλια πήγε στ’ αφτιά του λοχαγού μας το συμβάν, μα δεν πρόφτασε να μας την «παίξει» όπως έλεγε γιατί μας ξεσήκωσαν για το μέτωπο, απ’ όπου πολλοί λίγοι ξαναγυρίσαμε, δυστυχώς.
ΥΓ. Ο παππούς μου ήταν από του τυχερούς που γύρισε από την Μικρά Ασία μετά από δύο χρόνια έχοντας μαζί του το μάνλιχερ και τρείς σφαίρες (όπως του είχαν πει τις δύο για τον εχθρό και την μία κράτησέ την όταν βρεθείς σε δύσκολη θέση να μην παραδοθείς).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here