Πείνα και φτώχεια παραμονή Πρωτοχρονιάς και ο μπάρμπα-Λάμπρος ονειρεύεται έναν λαγό για να γεμίσει το γιορτινότου τραπέζι. Θα τον πετύχει ή μήπως ο Άι -Βασίλης τού έχει καλύτερο δώρο;

Οι ελιές δεν είχαν καρπό για να πουλήσει κανείς ούτε μια οκά κι από τα σπαρμένα στο θέρισμα δε είχε μαζευτεί καλά – καλά ούτε ο σπόρος. Μονάχα η μουστιά είχε βγει καλά, μα τι να κάμει κι η μουστιά με τις δύο-τρείς δρασκελιές αμπέλι που είχε όλο κι όλο ο μπάρμπα-Λάμπρος. Και ήταν χειμώνας τώρα, βροχές και παγωνιές και πουθενά δουλειά για κανένα μεροκάματο.
Έπαιρνε το τσεκούρι του από τ’ άκραχτα μεσάνυχτα ο μπάρμπα-Λάμπρος, έπαιρνε και το φουκαριάρικο το γαϊδούρι του που ίσα – ίσα βαστιόταν στα πόδια του κι αυτό από τη νηστικομάρα και ξεκίναγε με κρύο και με βροχή, μέσα στην πίσσα του σκοταδιού για τον ελατιά, να κόψει κανένα ξύλο να βγει το καρβέλι. Τέσσερα στόματα ήταν να ταϊστούν εκεί στο σπιτοκάλυβο στην ερημιά αυτός, η γριά του, η κόρη του η Κωσταντίνα, κοπέλα δεκαπέντε χρονών, κι ο μονάκριβός του ο Κόλιας, που ήταν όλες οι ελπίδες του, μα που δεν ήταν ούτε δέκα χρονών ακόμα.
Τραβούσε μέσα στο σκοτάδι με το γαϊδούρι του ο μπάρμπα-Λάμπρος, ώρες κι ώρες ίσαμε το λόγγο, κι άλλες ατέλειωτες ώρες δρόμος ίσαμε την Άρτα, να πουλήσει το ψωροφόρτωμά του. Μα σάματι είχε το λεύτερό του το ελάχιστο και σ’ αυτή τη δουλειά;
Δεν πήγαινε ούτε ένας μήνας που είχε μπλέξει με τους δασικούς και τον είχανε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί, που παραλίγο να πάει και το φουκαριάρικο το γαϊδούρι κι όλα για να ξεμπλέξει. Το καλό ήταν πως ο κυρ δικαστής βρέθηκε πονόψυχος άνθρωπος κι ήξερε φαίνεται από φτώχεια και τον απάλλαξε. Όμως, και να απαλλαχτείς ακόμα είναι δουλειά και δουλειά για να ξεμπλέξεις από τα δικαστήρια, μια και μπλέξεις. Γιατί όσο δίκιο κι αν έχεις, και δικηγόροι χρειάζονται και χαρτόσημα και παραχαρτόσημα.
Και, λοιπόν, όσες κότες είχανε αφημένες της κυρά-Λάμπραινας οι αναθεματισμένες οι αλεπούδες και πούλαγε κι εκείνη κανένα αυγό κι οικονομούσε καμιά κουβαρίστρα ή καμιά πήχη πανί να μη βγούν έξω από τη γύμνια τα κρέατά τους, φορτωθήκανε μια μέρα στο γαϊδούρι και πουληθήκανε στην Άρτα για να απαντεθούνε χαρτόσημα και δικηγόρος. Και το σπιτοκάλυβο του μπάρμπα-Λάμπρου ζούσε τώρα μονάχα με τα χόρτα που μαζεύανε στο βουνό. Κρατάγανε για το σπίτι μια δυο γερές τσουκαλιές και τα άλλα τα φόρτωνε ο μπάρμπα-Λάμπρος στο γαϊδούρι του και πήγαινε νύχτα – νύχτα και τα πουλούσε στην Άρτα. Και οικονόμαγε από εκεί κανένα καρβέλι ψωμί, και καμιά κάσα σπίρτα.Ερχόταν, όμως, και πιάνανε κάτι καταραμένες βροχές, νερά αναστάλαγα που δεν λέγανε να πάψουν και τότε όχι να πουλήσει κανείς μα ούτε να μαγειρέψει δεν είχε χόρτα.
Οι περισσότερες μέρες του Δεκέμβρη έτσι περάσανε. Και τώρα ήταν παραμονές Πρωτοχρονιάς, παραμονές Άι-Βασιλιού, κι όχι για κανένα ζευγάρι παπούτσια για τα παιδιά που λογάριαζε μέσα του ο μπάρμπα-Λάμπρος δεν μπορούσε να γίνει λόγος, μα ούτε καν για ένα μελομακάρονο να βάλουν στο στόμα τους χρονιάρες μέρες, όπως όλα τα παιδιά κάθε Χριστιανού. Σκουντουφλιασμένος κι αμίλητος καθότανε διπλοπόδι στη φωτογωνιά ο μπάρμπα-Λάμπρος κι η ψυχή του έκλαιγε μέσα του.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Κι αύριο; Κι αύριο; Έλεγε και ξανάλεγε μέσα του και το κεφάλι του όλο και χωνότανε βαθύτερα σκυφτό ανάμεσα στα γόνατα.
Ανακουνήθηκε λιγάκι, σηκώθηκε ορθός και πήγε και στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Το φεγγάρι είχε ανέβει τώρα κάμποσο πάνω από το βουνό, ο ουρανός είχε ξαστερώσει πέρα και πέρα κι ήτανε χαρά Θεού να βλέπεις έξω το λόγγο και την ερημιά. Τέτοιες νυχτιές στα νιάτα του πολλές φορές τις είχε περάσει στο καρτέρι, με συνομήλικους του για κανένα λαγό. Κυνηγός καλός ποτέ δεν ήταν και τώρα που τον είχαν πλακώσει τα χρόνια κι η ανέχεια, τόχε παρατημένο από χρόνια ολότελα, μα όμως άμα έβλεπε τέτοιες βραδιές με φεγγάρι, ο νους του και το αίμα του πηγαίνανε, και δίχως νάθελε, σε κείνες τις νυχτιές των καρτεριών και στα νιάτα που είχαν πια περάσει.
Τους λαγούς… Μια ξαφνική ιδέα τον έκανε να αναστυλωθεί και να σηκώσει το κεφάλι του, εκεί στην πόρτα που στεκόταν. Αν ήθελε ο Θεός! Που ξέρεις…;Μπαρουτόβολα δεν είχε τίποτα, μα η παλιοκαραμπίνα του κρεμότανε γεμισμένη εκεί στον τοίχο, στο καρφί. Την είχε γεμίσει με μια δανεική ριξιά, μην τρόμαζε καμιά βραδιά τις αλεπούδες, που ρημάζανε τις κότες του. Μα οι κότες είχαν πάει στον δικηγόρο και στα χαρτόσημα κι η καραμπίνα είχε απομείνει έτσι. Την άρπαξε, έριξε απάνω του το σουρτούκο του και τον σκούφο του και λέγοντας μέσα από τα δόντια του ένα «εγώ θα πάω μια βόλτα στο λόγγο» χάθηκε πέρα στο στρίψιμο του δρόμου, προτού καλοπροφτάσει να του πει καμιά κουβέντα η κυρά-Λάμπραινα, που ξαφνιάστηκε βλέποντάς τον πάλι με το τουφέκι.
Το δάσος απλωνότανε γαλήνιο, ο τόπος ήταν μουσκεμένος χάμω από τη βροχή. Το φεγγάρι έφεγγε όπως ο ήλιος τη μέρα. Για τα μεγάλα χωράφια τραβούσε ο μπάρμπα-Λάμπρος. Ήταν καμιά ώρα δρόμος μακριά, μα εκεί ήταν καλά καρτέρια τέτοιον καιρό, είχε ένα πολύ μεγάλο χλοϊσμένο ξέφωτο κι οι λαγοί τα αγαπούσαν κάτι τέτοια μέρη άμα είναι μουσκεμένος ο τόπος, γιατί δεν θέλουνε καθόλου να βρέχεται το μαλλί τους κι η γούνα τους. Αν ήθελε ο Θεός κάτι μπορεί να γίνει.
Το ξέφωτο απλωνότανε χλοϊσμένο και γαλήνιο, σαν περιχυμένο ασήμι από το φεγγάρι, και τα πουρνάρια στέκανε γύρω τριγύρω άσειστα, σαν να ακρομαζόταν. Ακρομαζότανε καλά – καλά κι μπάρμπα-Λάμπρος κι όλο ξετρούλωνε τα μάτια του να βλέπει καλύτερα. Είχε βρει μια στεγνούτσικη κρυψώνα σ’έναν κορμό κι είχε μπροστά του ανοιχτό πέρα και πέρα όλον τον τόπο.
Πέρασε μια ώρα, περάσανε δυο. Τα μάτια του αρχίσανε και βαραίνανε. Στο στρωσίδι του, στο σπίτι που πλάγιαζε δεν τον κόλλαγε ύπνος κι όλη τη νύχτα αναδευότανστα σκεπάσματα κι ανάδευε στο μυαλό του τις έγνοιες. Κι ορίστε τώρα, τώρα που ήθελε νάχει τα μάτια του τέσσερα, τα μάτια του κλείνανε. Δάγκανε πεισμωμένος τα χείλια του ίσαμε που να τα ματώνει και τράβαγε άγριες τσιμπιές στο κρέας του.
Ώσπου πέρα, από την άκρη – άκρη πέρα, φάνηκε μια στιγμή να προβαίνει ένα μαύρο, κατάμαυρο πράμα. Μουλάρι ήτανε; Βόδι ήτανε; Ο μπάρμπα-Λάμπρος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι διάολο πράμα ήτανε. Ερχότανε ίσια κατά το μέρος του, έκανε δύο τρία βήματα, στεκότανε κι έσκυβε το μουσούδι του, και πάλι έκανε δυο – τρία βήματα. Ανοιγόκλεισε δυνατά τα μάτια του πεντέξι φορές ο μπάρπα-Λάμπρος, να τα καθαρίσει καλύτερα. Μην και τον είχε πάρει ο ύπνος και ονειρευότανε; Εκείνο το πράμα δεν έβοσκε σαν ζωντανό, δεν έτρωγε χορτάρι, έχωνε το μουσούδι του μέσα στο βρεγμένο χώμα κι έσκαβε, μασούλιζε κάτι,έκανε δυο τρία βήματα και πάλι ξανάσκαβε.
Το αγριογούρουνο! είπε από μέσα του, βαστώντας την αναπνοή του και η καρδιά του χτύπαγε έτσι που νόμιζε πως τώρα θα ακουστεί ίσαμε κάτω στο σπιτοκάλυβο. Μην ονειρευότανε; Μην ήτανε κανένα απονύχτερο γαϊδούρι και το κάνανε τα μάτια του γουρούνι; Και νάτος τώρα εκεί ο μεγάλος μαύρος ίσκιος, δέκα με δεκαπέντε δρασκελιές μακριά και νάτες κάτι φοβερές δοντάρες που γυαλίζανε στο φεγγάρι και τινάζανε ίσα πάνω τα χώματα.
Ο Θεός βοηθός! Κράτησε την αναπνοή του, σήκωσε σιγά – σιγά, απίστευτα σιγά την καραμπίνα του και τράβηξε.
Μια κουφή βροντή συντάραξε την γαλήνια νύχτα του λόγγου, οι αντίλαλοι την είπανε και ξανάπανε από δω κι από κει στα βουνά κι ολόκληρο το ξέφωτο σκεπάστηκε από καπνούς κι από θαμπούρα.
Ο μπάρμπα-Λάμπρος ανασηκώθηκε ορθός βαστώντας την αναπνοή του και τώρα έλεγε θάβλεπε να χιμάει απάνω του εκείνο το μαύρο θεριό και να τον κάνει κομμάτια με τα φοβερά του δόντια. Δυο δευτερόλεπτα, πέντε δευτερόλεπτα. Τίποτα. Οι αντίλαλοι σβήνουν σιγά – σιγά από δω και από κει στις πλαγιές. Ο λόγγος ξαναγύρισε στην ίδια του γαλήνη σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα, κι ο καπνός από την τουφεκιά που καθόταν στο ξέφωτο άρχιζε από λίγο από λίγο να σκορπίζει. Δέκα δεκαπέντε δρασκελιές μπροστά, ανάμεσα στην χλόη και στα χαμόχορτα, κείτονταν άσειστος ένας μαύρος όγκος. Ύπνος ήτανε ή ξύπνιο; Αλήθεια, ήτανε ή μην κι ήτανε καμιά ονειροφαντασία που ήθελε να παίξει με την βασανισμένη την καρδιά του κακότυχου του μπάρμπα-Λάμπρου;
Κι όταν, ποιος ξέρει πόση ώρα αργότερα η Λάμπραινα δεχόταν άγρυπνη και γεμάτη έγνοια στο κατώφλι της πόρτας τους τον γέρο της, αυτή ήταν η πρώτη του κουβέντα.
-Κοιμάμαι, μωρή γριά, ή είμαι στα ξύπνια μου;
-Με τα καλά σου είσαι ή έπαθες τίποτα, του λέει αυτή! Τι σκωταριά είναι αυτή που βαστάς στα χέρια σου;
-Είναι σκωταριά;
Αμή τι είναι;
Τότε ετοιμάσου και συ και ξύπνα και τα παιδιά ίσαμε να ετοιμάσω το γαϊδούρι να πάμε στην Λάκα. Η Παναγία έστειλε στο σπίτι σου ένα μποναμά, καημένη γριά!
Κάτω, μακριά κάτω στο χωριό, οι καμπάνες της εκκλησιάς σήμαιναν την Πρωτοχρονιά…
ΥΓ: Το αφιερώνω σε όλους τους παππούδες για τις αφηγήσεις τους που μας χάρισαν.
Εύχομαι σε όλους υγεία και να πιστεύουν στον εαυτό τους. Χρόνια πολλά, Χρόνια καλά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here