Του Βασίλη Τσίρκα

Το 2021 τελειώνει με την οικονομία να έχει εκτροχιαστεί. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις συνθλίβονται, η ακρίβεια πνίγει τα νοικοκυριά, οι εργαζόμενοι έρχονται αντιμέτωποι με την εφαρμογή της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων και των απλήρωτων υπερωριών.


Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρνείται ακόμα μέχρι σήμερα να αντιμετωπίσει την υγειονομική κρίση. Αντίθετα, την αξιοποίησε και την εκμεταλλεύτηκε για να περάσει τα πιο ακραία νεοφιλελεύθερα νομοθετήματα, περικόπτοντας τις δαπάνες ενίσχυσης και τα μέτρα στήριξης.
Η χώρα βρίσκεται στο τέταρτο κύμα της πανδημίας και καταγράφει οδυνηρή πρωτιά σε ευρωπαϊκό επίπεδο στον αριθμό των θανάτων ανά εκατομμύριο. Τα νοσοκομεία λυγίζουν από την πίεση και την έλλειψη προσωπικού. Το ζήτημα των διασωληνώσεων εκτός ΜΕΘ (Μονάδες Εντατικής Θεραπείας) έχει αναδειχτεί σε κυρίαρχο θέμα στη δημόσια συζήτηση. Κι αυτό επειδή εδώ και δύο χρόνια η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει κάνει τίποτα για την ενίσχυση των δημόσιων νοσοκομείων.
Η ανοχή που έδειξε η κοινωνία στην πρώτη φάση της πανδημίας έχει εξαντληθεί, αφού βλέπει το ΕΣΥ να καταρρέει και τους διαδρόμους των νοσοκομείων γεμάτους. Η αποτυχία της κυβέρνησης στην διαχείριση της πανδημίας είναι εκκωφαντική. Η έκθεση Τσιόδρα – Λύτρα ήταν αποκαλυπτική για το μέγεθος της υποκρισίας και της ανευθυνότητας των κυβερνώντων.
Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση εμφανίζεται για μια ακόμα φορά να είναι εκτός τόπου και χρόνου, αφού κατάρτισε έναν προϋπολογισμό που παίρνει ως δεδομένο ότι η πανδημία έχει τελειώσει και το κύμα των ανατιμήσεων και της ακρίβειας είναι παροδικό και σύντομα θα περάσει.
Ο κ. Μητσοτάκης έχει δεσμευτεί, μέσω του μεσοπρόθεσμου, για δημοσιονομική προσαρμογή το 2022 και το 2023 της τάξεως των 9 ποσοστιαίων μονάδων. Πρόκειται για μια τρομακτική δημοσιονομική προσαρμογή εν μέσω πανδημίας και έκρηξης της ενεργειακής κρίσης, αντίστοιχη της τρομακτικής δημοσιονομικής προσαρμογής που έγινε το 2013, στα πιο σκληρά μνημονιακά χρόνια. Κι αυτή η βίαιη προσαρμογή δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς δραματικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Η πλασματική εικόνα, όμως, που καλλιεργεί η κυβέρνηση για την χώρα και την πανδημία και η άρνησή της να στηρίξει τις ευπαθείς κοινωνικές, οικονομικές και επαγγελματικές ομάδες λόγω της πανδημίας, κυοφορεί τις νέες κρίσεις που πυροδοτούν την έκρηξη των ανισοτήτων και την διάλυση της κοινωνικής συνοχής.
Η τρομακτική μείωση των δαπανών για την υγεία κατά 800 εκατ. ευρώ περίπου και η απουσία δαπανών για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, προδιαγράφουν τις οδυνηρές για την κοινωνία συνέπειες την επόμενη χρονιά. Η ιδεοληπτική εμμονή τους στην ενίσχυση με κάθε τρόπο του ιδιωτικού τομέα σε βάρος του Δημοσίου αποτελεί την κορωνίδα των ακραία νεοφιλελεύθερων επιλογών τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αυστηρά μεροληπτικής υπέρ των ολίγων και ισχυρών πολιτικής της κυβέρνησης, είναι ο σχεδιασμός κατανομής των ευρωπαϊκών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αφού δεν στοχεύει στην άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων, στη μείωση της ανεργίας, ούτε καν την στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία πλήρως αποκλεισμένες.
Οι πολίτες ζουν σε κλοιό μιας ανάλγητης πολιτικής. Η δυσαρέσκεια και η αγανάκτηση αυξάνονται. Το ζητούμενο είναι αυτή η απέχθεια απέναντι στην καταστροφική κυβερνητική πολιτική να μετατραπεί σε μαχητικό πολιτικό ρεύμα υπέρ μιας εναλλακτικής προοδευτικής λύσης για την χώρα.
Η κοινωνία σήμερα αναζητά έναν εναλλακτικό δρόμο απέναντι στις αποτυχημένες συνταγές λιτότητας που εφαρμόστηκαν πριν από την πανδημία. Αναζητά μια πειστική και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση με την κοινωνία όρθια. Και αυτός ο δρόμος δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει μέτρα στήριξης των κοινωνικών ομάδων που συνεχίζουν να πλήττονται.
Η χώρα και η κοινωνία χρειάζονται μια νέα αρχή με δημοκρατία και δικαιοσύνη, με ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος και ισχυρή δημόσια παιδεία χωρίς αποκλεισμούς, με δίκαιη ανάπτυξη και συμμετοχή των πολλών στην ανάκαμψη. Η χώρα χρειάζεται αλλαγή και μια νέα αρχή με μια ισχυρή προοδευτική κυβέρνηση που θα αναλάβει την ανασυγκρότησή της με την κοινωνία στην πρώτη γραμμή.
Η μόνη διέξοδος είναι οι εκλογές, όπου οι πολίτες θα έχουν την ευκαιρία να αλλάξουν σελίδα και να αποφασίσουν για το αύριο, για να φύγει αυτή η επικίνδυνη κυβέρνηση. Γιατί υπάρχει εναλλακτική λύση. Και μόνο η δημοκρατική και προοδευτική παράταξη μπορεί να την εγγυηθεί.
Με ένα σαφές και ολοκληρωμένο προοδευτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης και μια πλατιά συμπαράταξη και κινητοποίηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που επιθυμούν την αλλαγή, όλων των προοδευτικών πολιτών, αυτός ο δρόμος της εξόδου μπορεί σύντομα να πραγματωθεί και να αποτελέσει ρεαλιστική εναλλακτική απάντηση στην καταστροφική κυβέρνηση Μητσοτάκη.
*Ο Βασίλης Τσίρκας είναι δικηγόρος, πρώην βουλευτής Άρτας, μέλος της Κεντρικής
Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here