Τρίτη βράδυ και καθισμένος στον καναπέ χαζεύω έξω από το παράθυρο τα φώτα της πόλης μου.


Αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται στον δρόμο, κόσμος περνάει και ρίχνει μια βιαστική ματιά στον διπλανό του, μια ματιά κενή χωρίς συναίσθημα, μια ματιά με αδιαφορία για το τι γίνεται γύρω του. Σχεδόν πέφτει πάνω στον συνάνθρωπό του. Τον προσπερνάει βιαστικά χωρίς να ανοίξει το στόμα του να πει μια «συγγνώμη», μια «καλησπέρα».
Άνθρωποι κουμπωμένοι στο καβούκι τους, άνθρωποι-ρομπότ. Μου έρχεται στο μυαλό το βιντεοκλίπ των Pink Floyd, το «Another brick in the wall», παλιό αλλά διαχρονικό. Αυτός που το σκέφτηκε πρέπει να είχε το πλέον διορατικό μυαλό και όπως έχω βυθιστεί… στη μιζέρια και την ανία που παρατηρώ από το μπαλκόνι μου, το τοπίο αλλάζει, ξημερώνει σιγά-σιγά και βρίσκομαι στον αγαπημένο μου κυνηγότοπο κάπου στην ορεινή Άρτα.
Με πιάνει ρίγος από την πρωινή δροσιά. Στην μύτη μου έρχεται απαλά το άρωμα του βουνού, αυτό το μεθυστικό άρωμα που έχει η πρωινή δροσιά που ανακατεύει με μαγικό τρόπο το άρωμα από τα πεύκα, τα χόρτα και το βρεγμένο χώμα. Τραβάω μια γερή ρουφηξιά και κρατάω τον αέρα στα πνευμόνια μου. Νιώθω γαλήνια την καρδιά μου, έχω αφεθεί στην μαγεία της φύσης. Ακούω το κελάηδημα των σπίνων και της τσίχλας. Δεν είναι κελάηδημα. Είναι τραγούδι στ’ αφτιά μου, ένα κάλεσμα.
Νομίζω ότι οι νεράιδες που μου ανέφερε η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρός στα παραμύθια της για να κοιμηθώ, είναι τώρα εδώ αληθινές και με καλούν με το τραγούδι τους. Νιώθω να αιωρούμαι στο δάσος, παίζω με τους ήχους, τα αρώματα και τα χρώματα της ανατολής. Είμαι μόνος μου αλλά δεν αισθάνομαι άβολα. Απεναντίας, αισθάνομαι πολύ φυσικά. Νιώθω ότι τελικά είμαι στο σπίτι μου, ότι είμαι ελεύθερος.
Έχει ξημερώσει για τα καλά και… να! Στο μονοπάτι μου συναντώ δύο άγνωστα άτομα. Κοντοστέκομαι και τους χαιρετώ, μου ανταποδίδουν και εκείνοι τον χαιρετισμό, συνομιλούμε σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Σε λίγο και άλλοι άγνωστοι προστέθηκαν στην παρέα μας, δεν υπάρχει μίσος και καχυποψία στα βλέμματά μας μόνο φιλική διάθεση.
Πρέπει να προχωρήσω. Η ώρα έχει περάσει με την κουβέντα μας, έτσι απλά όπως βρεθήκαμε χαιρετηθήκαμε και ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του. Ένα απότομο φρενάρισμα με επαναφέρει στην πραγματικότητα, στην μιζέρια της ανθρωπότητας, στην μιζέρια που μας έκαναν κάποια άτομα να ζούμε.
Κάποια άτομα που ποτέ δεν έχουν νιώσει όπως εγώ, όπως εσύ. Δεν έχουν νιώσει πως είναι να βρίσκεσαι στο βουνό το χάραμα και ας κρυώνεις. Δεν σε πειράζει άλλωστε γιατί νιώθεις σαν στο σπίτι σου. Κάποια άτομα με χαρακτηρίζουν φονιά και βιαστή της φύσης, χωρίς να ξέρουν ότι η φύση με κάλεσε να πάω κοντά της, γιατί όπως εγώ την έχω ανάγκη, έτσι έχει και εκείνη ανάγκη εμένα. Κάποια άτομα με θέλουν μακριά της για να την ρυπαίνουν με τα σκουπίδια και τα μπάζα τους, να χτίζουν ανεξέλεγκτα όπου και όσο θέλουν.
Κάποια άτομα δεν με θέλουν μάρτυρα στην παρανομία τους. Κάποια άτομα με πρόσχημα την οικολογία με διώχνουν από την φύση και μάλιστα στρέφουν τον κόσμο εναντίον μου, και αυτομάτως ενάντια στον πατέρα μου και τον παππού μου και σε όλους τους κυνηγούς προγόνους μου. Κάποια άτομα που πλουτίζουν εις βάρος της φύσης και έχουν καταφέρει να πάρουν με το μέρος τους τούς πάντες.
Αντιστέκομαι. Κάποτε θα μου δοθεί και εμένα η ευκαιρία να φωνάξω ποιοι είναι οι αληθινοί φονιάδες και βιαστές της φύσης. Ίσως πάλι είναι όνειρο. Ίσως δεν μου δοθεί ποτέ η ευκαιρία να το κάνω αυτό. Αλλά όσο με κρατούν τα πόδια μου θα είμαι στο βουνό, για να τους θυμίζω ότι δεν έχω μπει στο καλούπι τους και ότι δεν κλείνω τα μάτια μου. Και αφού δεν έχω λόγο να φωνάξω, θα τους τα λέω γραπτά. Θα είμαι πάντα εκεί στο σπίτι μου και πάντα μπροστά τους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here