Μια «μερίδα» κυνηγών μάς αποκαλεί «κακά παιδιά» επειδή σταθήκαμε απέναντι στην Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδας (ΚΣΕ) αλλά και σε συνδικαλιστές του χώρου με διάθεση κριτική. Και επειδή βγάζουμε προς τα έξω όσα θα έπρεπε -κατά τη «μερίδα» αυτή- να αποσιωπούμε.


Ο αντίπαλός μας για τη «μερίδα» πρέπει να είναι το υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ) και οι αντικυνηγετικές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και όχι τα εσωτερικά παραστρατήματά μας. Είναι κι αυτή μια άποψη που τουλάχιστον εγώ τη σέβομαι, δεν την υιοθετώ, όμως και δεν την λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου.
Η δική μου θέση στο συγκεκριμένο θέμα έχει ως εξής: «Τον εχθρό μου -δηλαδή τις αντικυνηγετικές υστερίες απ’ όπου και αν προέρχονται – τον γνωρίζω καλά, δεν τον φοβάμαι και έχω τρόπους να τον αντιμετωπίσω. Εκείνο που πραγματικά με φοβίζει από τη δική μας συσσωρευμένη εσωστρέφεια και απειλεί το κυνήγι, το κατονομάζω με δύο λέξεις: έλλειψη παιδείας. Από το έλλειμμα τούτο πηγάζουν ουσιαστικά τα δικά μας προβλήματα».
Ο ρόλος, λοιπόν, της ΚΣΕ και των άλλων οργανώσεων δεν είναι η περαίωση μόνο της Ρυθμιστικής και άλλων διαδικαστικών ζητημάτων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα διεκπεραιωθούν. Δεν είναι μόνο η φύλαξη του δάσους από τη Θηροφυλακή. Ο σημαντικότερος ρόλος της ΚΣΕ – που τον έχει ξεχάσει τελείως και που δεν υπάρχει σε καμία ατζέντα της – πρέπει να είναι πρώτα και κύρια παιδευτικός.
Προς την κατεύθυνση αυτή δεν κινήθηκε ποτέ η Συνομοσπονδία μας, ώστε ο Έλληνας κυνηγός να αποκτήσει μέσα από τη μάθηση, αλλά και το βίωμα, την εμπειρία δηλαδή, τα εφόδια εκείνα που θα τον καταστήσουν αληθινό και μοναδικό πολύτιμο βοηθό στις ανάγκες της φύσης. Φταίει εδώ, κατά τη γνώμη μου, η κακή νοοτροπία του απαίδευτου Έλληνα συνδικαλιστή, γιατί κάπως έτσι νιώθουν οι περισσότεροι που ασχολούνται και κρατούν θέσεις επίκαιρες, θεωρούν δηλαδή τους εαυτούς τους αλάθητους, αρνούμενοι όμως παράλληλα να παραδεχθούν ότι η εκλογή τους δεν είναι αντιπροσωπευτική εφόσον με τη βία μετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες ελάχιστοι κυνηγοί (της τάξης του 5%). Η ελληνική λανθάνουσα συνδικαλιστική νοοτροπία στη χώρα μας έχει ευτυχώς ημερομηνία λήξης, διότι αρκετά κράτησε στην ομηρία τις χιλιάδες από εμάς.
Θα μπορούσε η ΚΣΕ να συμβάλει με πολλούς τρόπους στην απόκτηση της πολυπόθητης και απούσας παιδείας από τον κυνηγό, ώστε πολλά προβλήματα που διαιωνίζονται, όχι μόνο να λυθούν, αλλά και να εξαφανιστούν. Χρήματα έχει η ΚΣΕ που όμως «κάθονται διότι πρέπει το ταμείο να έχει πάντοτε αποθεματικό ισχυρό» για λόγους ασφαλείας. Το χρήμα αυτό, που κατά τη γνώμη μου περισσεύει, ας το ρίξει σε σχολεία κυνηγετικής παιδείας, σε σεμινάρια, σε συνέδρια και ημερίδες και σε ό,τι τέλος πάντων μπορεί να φέρει καρπούς προς την κατεύθυνση αυτή.
Πολλά πράγματα θα μπορούσε να έκανε η ΚΣΕ για το κυνήγι. Ακόμα και τώρα, σε περίοδο οικονομικής δυσπραγίας για όλους μας, θα μπορούσε κάλλιστα να μείωνε 30% την τιμή της κυνηγετικής άδειας, προσφέροντας μια ανάσα στον κυνηγό ή εξοικονομώντας χρήματα, με τα οποία ο Έλληνας κυνηγός θα τόνωνε την κυνηγετική αγορά, που κι αυτή πεσμένη είναι και περνά δύσκολες ώρες.
Οι σχέσεις κυνηγού – εμπόρου – συνδικαλιστή – εκτροφέα σκύλων – Τύπου κα είναι μια δυνατή αλυσίδα. Αν σπάσει ένας κρίκος της, η αλυσίδα χάνει την δύναμή της. Οι σχέσεις αυτές την περίοδο που διανύουμε, δοκιμάζονται. Αν, λοιπόν, η ΚΣΕ θέλει να έχει ρόλο και μπορεί να είναι στο κέντρο του κύκλου, ας αφήσει την εσωστρέφεια, την παράδοξη πολιτική που ακολούθησε τα τελευταία χρόνια και ας αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, τα νέα δεδομένα, με φρέσκια νοοτροπία. Δεν μπορεί ο ρόλος της να αρχίζει και να τελειώνει με τις ρυθμιστικές, αδικεί εμάς τους κυνηγούς η πολιτική αυτή, αδικεί όμως και την ίδια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here