Αν κάθε είδος κυνηγετικής δραστηριότητας έχει τα μυστικά και τις δυσκολίες του, ειδικά το κυνήγι του βάλτου, προσδιορίζεται από ειδικές γνώσεις και προφυλάξεις που όλοι πρέπει να πάρουν, ώστε να ελαχιστοποιήσουν τους σοβαρούς κινδύνους που το περιβάλλουν ακόμα και από εκείνους που θέλουν να το περιθωριοποιήσουν.
Αρκετοί από τους Έλληνες κυνηγούς έχουν διαπιστώσει πλέον ότι το κυνήγι σε βάλτο των υδρόβιων θηραμάτων έχει τεθεί υπό συγκαλυμμένο διωγμό για άγνωστους λόγους. Αρχικά όλοι υπέθεσαν πως οι περιορισμοί στο συγκεκριμένο είδος κυνηγιού είχαν άμεση σχέση με τις αντικυνηγετικές μεθοδεύσεις που στρέφονταν, εξάλλου, εναντίον της συνολικής κυνηγετικής δραστηριότητας.
Στην πορεία διαπιστώθηκε ότι οι «προστατευόμενοι» από τους κυνηγούς υγροβιότοποι ήταν ελεύθεροι για την ανάπτυξη ποικίλων οικοτουριστικών επιχειρήσεων και τότε όλοι άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι, εκτός από την αθώα οικολογική ευαισθησία της κοινωνίας γεννήθηκε ακόμη μια, εκείνη της σκοπιμότητας, η οποία ωστόσο ήταν πολύ καλά μεταμφιεσμένη.
Σήμερα και οι πλέον αδαείς πολίτες αντιλαμβάνονται πως ό,τι -στη φύση «περιφρουρείται» και «προστατεύεται», θα καταλήξει στην ιδιωτική διαχείριση, η οποία σχετίζεται ενίοτε με σκοτεινές δοσοληψίες και συμφέροντα.
Συνεπώς, η «ζημιογόνος» κυνηγετική παρέμβαση όχι μόνο δεν αποτελεί άλλοθι για σχέδια και αποφάσεις, αλλά το ίδιο το οικολογικό κίνημα αμφισβητείται σε κάποιο βαθμό όσο είναι εξαρτώμενο από παχυλές ευρωπαϊκές επιδοτήσεις ή σχετίζεται με επικερδείς οικοτουριστικές επενδύσεις.
Στο μάτι του κυκλώνα ο ένας μετά τον άλλο, οι υγροβιότοποι της πατρίδας μας κάτω από αστείες μεθοδεύσεις, που δεν στηρίζονται σε επιστημονικές μελέτες, άρχισαν να χαρακτηρίζονται ως προστατευόμενοι και μη προσβάσιμοι για τους κυνηγούς. Στην πραγματικότητα ένα μικρό μόνο τμήμα των κυνηγών δραστηριοποιούνταν στους βάλτους. Ένας τέτοιος αριθμός σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει -ως προς τη διαχείριση- αρνητικά απέναντι στους πληθυσμούς της υδρόβιας θηραματοπανίδας.
Δυστυχώς, ένα κραταιό λόμπι «ειδικών» κατόρθωσε όλα αυτά τα χρόνια να θέσει υπό διωγμό το κυνήγι των υδροβίων βρίσκοντας ανέτοιμες και αναποτελεσματικές -ως προς την αντίδραση- τις κυνηγετικές οργανώσεις μας. Ακόμη και σήμερα οι ελάχιστες πλέον περιοχές – υγρό-τοποι, στις οποίες επιτρέπεται η άσκηση του κυνηγιού, βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα και φυσικά θα χαθούν κι αυτές εάν οι κυνηγετικοί ταγοί του τόπου μας δεν λάβουν έγκαιρα τα μέτρα τους, όπως συνέβη στο Δέλτα του Έβρου.
Η μαγεία του βάλτου παρ’ όλους τους κινδύνους, τις δυσκολίες και τους… διωγμούς, είναι μοναδική. Αποτελεί μια σπάνια, διδακτική και συναρπαστική εμπειρία, την οποία, όσοι ευτύχησαν να γευτούν, δεν είναι δυνατό να απαρνηθούν και να ξεχάσουν.
Στον υγροβιότοπο ο κυνηγός – θηρευτής μαθαίνει να εξοικειώνεται με ένα διαφορετικό κόσμο, με δικούς του ήχους, χρώματα και εικόνες, που διαφοροποιούν κάθε άλλη αντίληψη για το χώρο και το χρόνο. Οι αποστάσεις, αν και φαίνονται απατηλά κοντινές, επανεκτιμώνται και επαναπροσδιορίζονται, οι ταχύτητες των άγριων παπιών ξεγελούν ακόμη και τους πιο ικανούς σκοπευτές, ενώ η αδυσώπητη υγρασία σού αφαιρεί κάθε δικαίωμα να ντυθείς ελαφριά, αφήνοντας το σώμα σου απροστάτευτο.
Το περπάτημα στο βάλτο απαιτεί σωματικές ικανότητες αλλά και τέχνη και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για όσους έχουν άγνοια της περιοχής. Όμως, με σύνεση και κάτω από ασφάλεια αυτός ο άγριος και παγιδευτικός χώρος σε γεμίζει με ειδικές γνώσεις, ενώ ταυτόχρονα σου προσφέρει απλόχερα συναισθήματα ικανοποίησης και υπεροχής.
Όπως κι αν το εξετάσει κάποιος, έστω και αδαής ο βαλτοκυνηγός δεν είναι κάποιος συνηθισμένος επίδοξος θηρευτής. Ίσως είναι κάποιος αθεράπευτα ρομαντικός, ο οποίος παλεύει συνέχεια να καταλαγιάσει το κυνηγετικό του ένστικτο για να αφεθεί στη μαγευτική αγκαλιά ενός ξεχωριστού, πολύ ιδιαίτερου τμήματος της φύσης, που τον παρασύρει σε εξώκοσμες σκέψεις για το παρόν, που εκείνες τι στιγμές είναι πελώριο και κυρίαρχο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here