Αντικρίζοντας το πρώτο φως όπως ξεπροβάλλει αργά πίσω από το βουνό, οι θολές σκέψεις διαλύονται, άλλη μια ημέρα σκέφτομαι, δικιά μου, να τη χαρώ, να γευτώ τους καρπούς της, να δοξάσω τον Δημιουργό που με αξίωσε και τα μάτια βλέπουν, οι αισθήσεις νιώθουν, η καρδιά δίνει ρυθμό και το μυαλό αποτυπώνει τον μαγικό πίνακα.
Η Ελλάδα χάθηκε. Κάποιοι, πάλι, αποφάσισαν για εμάς χωρίς εμάς όπως γίνεται ανελλιπώς από τότε που η γνήσια Δημοκρατία υποδουλώθηκε από τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Η ιστορία είναι εδώ, παρούσα, και τη ζούμε, την πλάθουμε, της δίνουμε μορφή. Και κραυγάζουν σε βάρος μας οι φασίστες, οι παλαιοδεξιοί, οι φιλελεύθεροι, οι σοσιαλιστές, οι κομμουνιστές, οι ψευτοανάρχες, και όσοι βάλθηκαν να μας εντάξουν στο δικό τους μαντρί, στο καλό και αγνό, στο μόνο τίμιο.
Γίναμε λαός, μάζα, πολτός. Και μας κατευθύνουν επαγγελματίες επαναστάτες, επαγγελματίες συνδικαλιστές, επαγγελματίες πολιτικοί, επαγγελματίες ρουφιάνοι. Και γίνεται πόλεμος, ο χειρότερος που έγινε ποτέ πάνω στη γη, αόρατος, άυλος, άοσμος, πόλεμος που έχτιζε από χρόνια τα θεμέλιά του και μας τάιζε ευδαιμονισμό και ευημερία και μας πήρε την ψυχή -την πουλήσαμε για τα εύκολα, τα ακούραστα, τα άχρηστα. Κοιτάζω τον ήλιο που ψήλωσε, με κοιτάζει κι αυτός που ανεβαίνω αγκομαχώντας για το διάσελο -για να απλωθεί η ματιά ως πέρα μακριά, ως εκεί που ο ουρανός ακουμπά με θαλπωρή το στέρεο έδαφος- και ο ιδρώτας έχει μουλιάσει το σώμα. Στο μεγάλο διάσελο, κύματα καθαρού αέρα δροσίζουν το ταλαιπωρημένο σώμα. Ξαπλώνω κατάχαμα να πάρει η γη την κούραση της ανηφοριάς και να μου δώσει πάλι δύναμη.
Πέτρα και χώμα, θυμάρι και ρίγανη, και σιωπή. Ανοίγω τα μάτια και ανασηκώνομαι. Αντικριστά μου τα Τζουμέρκα με τι ψηλές του κορυφές. Στα δεξιά μου χαμηλά βλέπω το Άραχθο να κατηφορίζει για την θάλασσα. Στα αριστερά μου ακούω τις πέρδικες να φωνάζουν σπάζοντας τη σιωπή. Δεν τις βλέπω, αλλά βρίσκονται κοντά μου, τις νιώθω. «Είναι παλιές αυτές οι πέρδικες», θυμήθηκα τα λόγια ενός γέροντα όταν σε κουβέντα μας του είχα μιλήσει για τις πέρδικες που άκουγα πηγαίνοντας στο σημείο εκείνο για να καθαρίσει το μυαλό.
Ευτυχισμένες πέρδικες, δεν γνωρίζουν από νόμους του κράτους, δεν έχουν ακουστά τη διαβούλευση του πρόσφατου νόμου για τα κυνηγετικά σκυλιά, για να γελάσουν μέχρι δακρύων, αγνοούν την παρουσία του υπουργού μας και τις οικολογικές ανησυχίες των καρεκλοκένταυρων γύρω του, δεν νοιάζονται για την οικονομική κρίση, δεν τις αφορά ο καλός ή κακός κυνηγός, αδιαφορούν για τους αγώνες των εργατοπατέρων μας, δεν άκουσαν στις ειδήσεις των 8 για τις κλιματικές αλλαγές, δεν έμαθαν για την υπερθέρμανση του πλανήτη, δεν πληροφορήθηκαν τις θέσεις των οικολόγων για το διεθνές νομισματικό ταμείο, κανείς δεν τους είπε ότι είχαμε διαγραφές βουλευτών.
Ευτυχισμένες πέρδικες, ζουν στην αμάθεια. Στον δικό τους κόσμο. Πώς και δεν σέβονται τα ανθρώπινα; Πώς τολμούν και πετάνε ψηλά, ελεύθερες, δίχως να λογαριάζουν κανένα νόμο και κανένα θεσμό; Πώς αυθαδιάζουν και θέλουν να τις αφήσω ήσυχες στον τόπο τους; Πώς θέλουν να αγνοούν τα πολιτικοοικονομικά συστήματα που διαφεντεύουν τον πλανήτη; Και γιατί γελάνε όταν ακούν πως θέλουμε επειγόντως μια παγκόσμια διακυβέρνηση;
Σηκώνομαι, δεν υπάρχει πια κούραση, μόνο αλάτια ξεραμένα στο πρόσωπο από το ιδρώτα της ανηφοριάς. Η επιστροφή είναι εύκολη και περνά από την πηγούλα με την κατεστραμμένη ξερολιθιά και συνεχίζει σε μαλακό μονοπάτι μέχρι τον αγροτικό δρόμο. Ρίχνω μια κλεφτή ματιά ψηλά στο διάσελο κατά τα περδικοτόπια. Ευτυχισμένες πέρδικες που ζουν στον αληθινό κόσμο και αφήνουν για όλους εμάς τα επίπλαστα…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here