Μέρος 2ο
Ας μιλήσουμε, όμως, με ένα παράδειγμα για το χωριό του υπογράφοντος, για το Δημαριό Άρτας.
Πριν την απελευθέρωση της Άρτας, το 1881, το Δημαριό ήταν μισό ελληνικό και μισό τούρκικο, ήταν πάνω στη συνοριογραμμή. Οι ντόπιοι έβοσκαν τα ζώα τους, καλλιεργούσαν τα χωράφια τους και πλήρωναν ό,τι φόρο τους αναλογούσε, συνήθως σαν ποσοστό της σοδειάς, πιθανότατα 33%, όπως το είχε αυξήσει ο Αλή Πασάς από τις αρχές του 1800. Μετά την απελευθέρωση, τον Ιούνιο του 1881, εμφανίζονται μεγαλοτσιφλικάδες να κατέχουν τεράστιες εκτάσεις από τους Τούρκους που αποχώρησαν υποχρεωτικά από την Ελλάδα. Οι Δημαρίτες, όπως και πολλοί άλλοι από πολλά χωριά, βρέθηκαν τότε απέναντι από έναν τέτοιο νέο «ιδιοκτήτη» που είχε πλέον στο πλευρό του αγροφύλακες και δικαστικούς για να φράζουν ολόκληρα τσιφλίκια- απέραντες εκτάσεις.
Το 1882 ξεσπάει στην Άρτα το πρώτο «αγροτικό ζήτημα», 28 χρόνια πριν την εξέγερση του Κιλελέρ στη Θεσσαλία, αλλά καταπνίγεται γρήγορα σε λιγότερο από δυο χρόνια. Πρωτοστάτης ήταν ο πολιτικός Γ. Παχύς με το βιβλίο του «Το εν Ηπείρω αγροτικό ζήτημα» στις αρχές του 1882 και απέναντί του ο Κ. Καραπάνος, ο οποίος αρχικά, πριν το 1873, ήταν επιστάτης του Μουσταφά Πασά στην Άρτα, κατόπιν μεγαλοτσιφλικάς ως ενοικιαστής του «ίμορου» από το Τουρκικό κράτος (το ίμορο ήταν έξτρα εισφορά-φόρος, άσχετος από τον σταθερό κρατικό φόρο «μιρί»), στη συνέχεια βουλευτής στα τέλη του 1881 και αργότερα υπουργός τη δεκαετία του 1890.

Διαφθορά της δικαιοσύνης
Στη Βουλή, στις 18 Ιουνίου 1882, ο βουλευτής Ζυγομαλάς λέει για την Άρτα: «Οι χωρικοί επί οθωμανών είχον ελευθερίας, είχον δικαιώματα, ιδιοκτησίας και κατοικίας. Σήμερον ουδέν τοιούτον δικαίωμα τοις αναγνωρίζεται παρά των ιμορούχων τυράννων… Και απευθυνόμενος στον Καραπάνο, είπε:
Όχι, κ. Καραπάνε, προσποιείσθε ενταύθα ότι αναγνωρίζετε τα δικαιώματα των ιδιοκτητών αγροτών, αλλά άπαντες σεις οι ιδιοκτήται και βουλευταί, ατυχώς κατορθώσατε να διορίσητε ειρηνοδίκας, οι οποίοι κάθε άλλο ή εκτελούσι το καθήκον των αμερολήπτως. Καθ’ εκάστην δατάσσουν εξώσεις και εξώσεις από τας οικίας ας έχουν οικοδομήσει, από τα γιούρτια, από τους κήπους, από τους αγρούς των τέλος. Αυτά είναι διαφθορά της δικαιοσύνης προς καταστροφήν των χωρικών».

Το Αγροτικό της Άρτας κεντρικό θέμα στη Βουλή!
Το θέμα οξύνεται στις αρχές του 1883 και ο πρωθυπουργός Τρικούπης δεν πιστεύει τους αντιπολιτευόμενους βουλευτές, οι οποίοι καταγγέλλουν προσπάθειες σύναψης συμβολαίων πώλησης τσιφλικιών προς τους αγρότες, ενώ με ένα έγγραφο εμφανίζουν τον Καραπάνο να έχει κάπου στο νομό Άρτας μια ιδιοκτησία 670 στρεμμάτων αντί πραγματικής 67 στρεμμάτων λόγω «λάθους» ενός μεταφραστή.
Τα τηλεγραφήματα από την Άρτα που αναφέρουν επεμβάσεις της χωροφυλακής, επεισόδια με ομάδες χωρικών, βία, τραυματισμούς και συμπλοκές δεν ήταν ικανά να περιγράψουν το μέγεθος του ζητήματος. Στις 5 και στις 13 Φεβρουαρίου 1883, ολόκληρη η συζήτηση στη Βουλή αφιερώνεται στο θέμα των αγροτών της Άρτας.
Κεντρικότερο σημείο είναι η ερμηνεία του «τεσαρούφ», δηλαδή του δικαιώματος ιδιοκτησίας είτε/και είσπραξης φόρου, το οποίο ίσχυε στο πρώην τουρκικό κράτος. Με βάση μία στρεβλή αλλά συμφέρουσα προς τους νέους τσιφλικάδες ερμηνεία του τεσαρούφ, τα δικαστήρια τούς έδωσαν συμβόλαια κυριότητας και νομής.
Από τη συζήτηση, όμως, στη Βουλή ξεκαθαρίζει ότι το τεσαρούφ είναι η συνδρομή κατά το ένα τρίτο της ετήσιας σοδειάς των αγροτών προς την τουρκική διοίκηση και όχι η ιδιοκτησία των γαιών. Η τουρκική διοίκηση εκχωρούσε προς διάφορους ισχυρούς-καταπιεστές αυτό το δικαίωμα είσπραξης φόρου σοδειάς από τους αγρότες, ώστε να μην απασχολείται η ίδια.
Ξεκάθαρο έγινε, επίσης, στη συζήτηση ότι δεν υπήρχε αμφιβολία ότι όλα τα χωριά της Άρτας (προ, υπό και μετά τον Αλή Πασά) ανήκαν εξ’ ολοκλήρου στους κατοίκους τους με βάση την πάγια πρακτική των Οθωμανών και νομικά πολύ ισχυρή (άρθρα 130 και 72 του οθωμανικού νόμου περί γαιών) εκτός ελαχίστων περιπτώσεων χωριών που ξεριζώθηκαν.
Με τα παραπάνω και με την ερμηνεία του τεσαρούφ συμφωνεί και ο Καραπάνος στη Βουλή, ομοίως συμφωνεί και ο ορισμός που ο ίδιος δίνει στο βιβλίο του, αλλά χρησιμοποιεί διαφορετική ερμηνεία στα δικαστήρια, τα οποία «παραδόξως», του παραχωρούν δικαίωμα κυριότητας και νομής σε τεράστια τσιφλίκια. Στη στρεβλή αυτή κατεύθυνση περί ιδιοκτησίας, βοηθάει και η γενικολογία-αοριστία της ίδιας της Συνθήκης μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας και συγκεκριμένα το άρθρο 4 όπως και το 6 με αποτέλεσμα η έννοια της ιδιοκτησίας γαιών να ερμηνεύονταν κατά βούληση και κατά περίπτωση.

Ο τσιφλικάς Καραπάνος
Τον Ιούνιο του 1883, ο τσιφλικάς Καραπάνος Κωνσταντίνος, πουλάει με το συμβόλαιο 1464/8 Ιουνίου 1883 του Κ. Ι. Βάλλα, όλο το Δημαριό και ολόκληρη την περιφέρεια του Δημαριού προς 1.150 χρυσές λίρες.
Το συμβόλαιο γράφει συγκεκριμένα: «…ο κ. Κωνσταντίνος Καραπάνος πωλεί από σήμερον προς άνωθεν σημειωθέντας κατοίκους (σσ 32 σε πλήθος Δημαρίτες- 12 αγράμματοι και 20 εγγράμματοι- με αναφερόμενο πρώτο τον Δημήτριο του Κώστα Τάτση ή αλλιώς Παπαφώτη Τάτση) του χωρίου Δημαριού το εις την αμφισβήτητον αυτού κατοχήν και κυριότητα διατελούν χωρίον Δημαριό κείμενον εν τω Δήμω Ηαρακλείας της επαρχίας Άρτης μεθ’ απασών των εν αυτώ υπαρχουσών οικιών και της περιοχής των κήπων, καλλιεργουμένων και καλλιεργησίμων γαιών εαροθερινών και χειμερινών βοσκών, Μουσά του χωρίου, χερσώδους και δασώδους μέρους μετά των εν αυτώ ημέρων και αγρίων δέντρων εκτός του λόφου του καλουμένου Παναγιά Καστρούλια ή Παλαιόκαστρον εφ’ ού κείνται τα ερείπια αρχαίας πόλεως περιλαμβάνοντος και τα εν αυτή ερείπια μετά των πέριξ αυτών εφ’ ών υπάρχουν τάφοι και ερείπια αρχαία (σσ κράτησε τα αρχαία για τον εαυτό του!), …, το εν λόγω χωρίον πωλεί ο Κωνσταντίνος Καραπάνος αντί τιμήματος εκ λιρών Οθωμανικών χρυσών χιλίων εκατόν πεντήκοντα, αντιστοιχούντων με δραχμάς νέας είκοσιν οκτώ χιλιάδας επτακοσίας πεντήκοντα δια τον προσδιορισμόν του χαρτοσήμου… Το ανωτέρο χωρίον Δημαριό ό ορίζεται με τα ανέκαθεν και γνωστά εις τα συμβαλλόμενα μέρη όρια και πωλείται ήδη όσης εκτάσεως και εάν είναι…».

Αιμοσταγείς όροι
Οι όροι στο συμβόλαιο ήταν αιμοσταγείς. Αποπληρωμή σε εφτά χρόνια με 182 λίρες πληρωτέες το 1884 και μετά κάθε χρόνο με 131 λίρες ως το 1890.
Κάποιοι πρόγονοί μας έφτυσαν αίμα, δεν έχυσαν μόνο ιδρώτα. Άλλοι πλήρωναν κι άλλοι δεν τα κατάφερναν. Ο τσιφλικάς-βουλευτής έστελνε τους χωροφύλακες να κυνηγάνε τους αγρότες για τις πληρωμές. Αν δεν είχαν να πληρώσουν έπαιρναν ό,τι έβρισκαν από το βιός τους. Κυνήγι, ξυλοδαρμοί, καταστολή μέχρι και ένας θάνατος μιας γυναίκας στο Κομπότι, αναφέρθηκε μέσα στη Βουλή, αλλά ο κυβερνητικός Καραπάνος έβρισκε τρόπο να τα κουκουλώνει.
Ο Καραπάνος «κατάφερε» και ξαναπήρε από τους Δημαρίτες την έκταση στην ιδιοκτησία του και το 1901 ο τσιφλικάς-βουλευτής την ξαναπουλάει και πάλι στους Δημαρίτες, αυτή τη φορά με άλλες 1.491,56 χρυσές λίρες. Στο νέο συμβόλαιο με αριθμό 51 του Ειρηνοδόκη Ραδοβιζίου Ι. Σ. Γουλή, στις 7 Οκτωβρίου 1901, οι όροι γίνονται ακόμα σκληρότεροι, βάζοντας όλους τους νοικοκυραίους Δημαρίτες (67 σε σύνολο πλέον, 32 αγράμματοι και 35 εγγράμματοι με τον Παπαφώτη Τάτση πρώτο) να είναι υπεύθυνοι να πληρώσουν ακόμα και για πιθανά μελλοντικά χρέη κάποιων κακοπληρωτών. Αν δεν πλήρωναν, όλη η περιοχή θα ξαναγύριζε στην ιδιοκτησία του Καραπάνου.
Νομιμοποιούνταν μάλιστα και η καταστολή από την αγροφυλακή για όσους δεν «συμμορφώνονταν», ενώ τα κέρδη από την υλοτόμηση των δασών θα ήταν στη διαχείριση του Καραπάνου.

Δι’ αγροφυλάκων…
Στο συμβόλαιο καταγράφονται και οι όροι, ενώ υπάρχει, επίσης, και μια περιγραφή ενός τμήματος της έκτασης που αποτελούσε ξεκάθαρα βοσκότοπο: «…Εάν την 30ήν Οκτωβρίου του 1902 έτους δεν καταβάλλον οι αγορασταί εκ του οφειλομένου τοκοχρεολύτρου τουλάχιστον 80 λίρας Οθωμανικάς, θα δικαιούται ο πωλητής Κ. Καραπάνος από της 1ης Οκτωβρίου να φυλάττη δι’ αγροφυλάκων και να εκμισθοί προς τρίτους υπό οιονδήποτε μίσθωμα και συμφωνίας ως χειμερινήν βοσκήν την εν τω πωλουμένω χωρίω έκτασιν την διακρινομένην υπό το όνομα «Κεφαλού Κάμπος» και περιοριζομένην υπό των εξής συνόρων:
Άρχεται από Ξυλόπορταν Σκαλτσογιάννη, κατέρχεται εις ρεύμα Λικιάδα, φθάνει εις Πέραμα, αγρούς Ιω. Χρ. Τάτση, στρέφει εις ρεύμα Ντυχάλι, ανέρχεται αυτό και φθάνει εις Γαβρούλια, στρέφει δεξιά και φθάνει εις ξυλόπορταν Μπόλη, κατέρχεται εις δρόμον και φθάνει εις ψηλόν Τσουμί (Βελεντζικού), στρέφει εις Αγίαν Τριάδα, και φθάνει εις ξυλόπορτα, όπου και κλείνει από της 1ης δε Οκτωβρίου αφ’ ής δηλαδή θ’ αρχίσει η φύλαξις της άνω εκτάσεως ως βοσκής δεν δικαιούται ουδείς των αγοραστών να βοσκήσει τα ζώα του εν αυτή επί ταις κατωτέρω οριζομέναις επιζημίους συνεπείας.
Το δε μίσθωμα, μετά την αφαίρεσιν παντός εξόδου, θέλει αφαιρείσθαι εκ της οφειλής ενός εκάστου των αγοραστών κατ’ αναλογίαν. Εν ή δε περιπτώσει καταβληθή το ποσόν των 80 λιρών μέχρι της 30ης Σεπτεμβρίου 1902 έτους, τότε ούτε θα προσδιορισθή ούτε θα ενοικιασθή ως βοσκή η ανωτέρω έκτασις. Αν όμως το καθυστέρημα του ενεστώτος έτους ή μέχρι της 30ης Σεπτεμβρίου του ενεστώτος έτους 1903 δεν καταβληθώσιν 80 λίραι, θα ισχύει ο άνω όρος δια το 1903 και ούτω καθ’ εξής.
Οι αγορασταί μέχρι της εντελούς αποπληρωμής του τιμήματος και των τόκων αυτού ουδέν δικαίωμα έχουσι διαθέσεως των εν των πωλουμένων, κτήματι δασών και δασικών προϊόντων εκτός της ξυλεύσεως δια τας οικιακάς και γεωργικάς αυτών εργασίας και της κατασκευής των οικιών των.
Της ελευθέρας διαθέσεως τούτων (δι’ υλοτομίας ανθρακοποιΐα ή άλλως πώς) δια μισθώσεως πολυετούς ή μη και υπό οιουσδήποτε όρους και συμφωνίας το δικαίωμα απομένει πάντι ελεύθερον εις τον πωλητής Κ. Καραπάνον όστις παν ό,τι θα λαμβάνη εκ της τοιαύτης καρπώσεως των δασών μετά την αφαίρεσιν παντός τυχόν εξόδου θα το εκπίπτη κατ’ αναλογίαν εκ των οφειλομένων παρ’ ενός εκάστου εκ των αγοραστών. Θα δικαιούνται δε οι υλοτομούντες ή οι ανθρακείς να βόσκωσι ελευθέρως τα προς εργασίαν ζώα εν τη περιφερεία του πωλουμένου κτήματος».

Άνισος ο αγώνας
Ο αγώνας ήταν άνισος. Όμως οι Δημαρίτες στο τέλος κατάφεραν και έφυγαν από τα νύχια του Καραπάνου πολλά χρόνια μετά, επί Βενιζέλου.
Οι κόποι και οι θυσίες τους δεν μπορούν σήμερα να γίνουν αντιληπτές από εμάς. Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι. Οι πατεράδες τους κι αυτοί οι ίδιοι πολέμαγαν τον Τούρκο στα Ραδοβίζια για να λευτερωθούν κι όταν αυτό έγινε, βρέθηκαν σκλάβοι απ’ το ίδιο το ελληνικό κράτος. Ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν για τα παιδιά και για τα εγγόνια τους κι αυτό έκαναν. Πόνος, υπομονή, καρτερία, μόχθος, ιδρώτας, αίμα και θυσίες υπέρ βωμών και εστιών. Κατάφεραν και κράτησαν το βιός τους και ανάστησαν το Δημαριό.
Σήμερα, ο νέος τσιφλικάς-βουλευτής Καραπάνος, έχει άλλο όνομα: Δασικός Χάρτης. Αυτόν και θα τον πληρώσουμε και θα τα πάρει όλα δικά του. Τι θα τα κάνει δεν ξέρουμε. Γιατί;
Τα 200 χρόνια άμα τα προσθέσουμε στα 400, πόσα μας κάνουν; 600; Άμα περάσουν άλλα τόσα θα ‘χουμε δημοκρατία; Θα ‘χουμε φτιάξει κοινωνία; Θα υπάρχει πολιτεία;
ΤΕΛΟΣ

*Ο Γιώργος Μανιώτης είναι Διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος-Μηχανικός, πρόεδρος της Αδελφότητας Δημαριού Άρτας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here