Ο φοβερός, άτεγκτος και φιλήδονος Αλή νικήθηκε απ’ τον έρωτα γυναίκας ωραίας και θελκτικής, στα πόδια της οποίας έπεσε και μαλάκωσε από τα θέλγητρά της, γέρων ήδη, αυτός που η καρδιά του ήταν πιο σκληρή κι από χάλυβα. Η γυναίκα αυτή που κατόρθωσε να τον κάνει υποχείριό της ήταν η Κυρά Βασιλική.
Κόρη του εκ Πλεσίβιτσας, επαρχίας Φιλιατών, Κίτσου Κονταξή, εκ των εγκρίτων της κωμόπολης αυτής, την άρπαξαν απ’ την αγκαλιά της μάνας της σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών. Ένα γύναιο με το όνομα Μαρία Τσάτσαινα από την ίδια κωμόπολη, συγγενής εκ μητρός της Βασιλικής, γνώρισε στον Αλή την ύπαρξη του μυροβόλου αυτού λουλουδιού και έγινε όργανο της απαγωγής της. Κάποια μέρα του 1805, την ώρα που απουσίαζαν οι γονείς της και οι λοιποί οικείοι, πήρε μαζί της το κορίτσι και ειδοποίησε τους τζοχανταραίους του Βεζίρη που παραφύλαγαν εκεί. Αυθημερόν την άρπαξαν και την μετέφεραν με γοερές κραυγές στον γυναικωνίτη του φρουρίου.
Από εκείνη την ημέρα ο δυστυχής πατέρας της, γνωρίζοντας καλά το αδύνατο της απαλλαγής της αγαπημένης του κόρης, περιήλθε σε τόση αδημονία ώστε σχεδόν τρελάθηκε. Άνοιξε τάφο στο υπόγειο του σπιτιού του και ζώθηκε μ’ ένα σχοινί περνώντας με στερήσεις και νηστείες και παρακαλώντας την παναγία για την επιστροφή της κόρης του.
Αλλά εκείνη, καθώς αναπτυσσόταν με χάρη και καλλονή, προικισμένη με νοημοσύνη και σύνεση, προσέλκυσε γρήγορα την προσοχή του πασά κι έγινε, θέλοντας και μη, η κατεξοχήν ευνοούμενή του. Κατόρθωσε μάλιστα με την επιρροή που ασκούσε πάνω του και παρ’ όλες τις επίμονες παροτρύνσεις αυτού και του περιβάλλοντός του όχι μόνο το θρήσκευμά της να διατηρήσει, αλλά και μικρό εντευκτήριο να εγκαταστήσει στον γυναικωνίτη του Αλή, όπου ερχόταν και ιερουργούσε ένας ιερέας.
Όταν ο Αλή αποφάσισε να τη νυμφευτεί, πολλές προσπάθειες έγιναν για να τον πείσουν να την αναγκάσει να αλλαξοπιστήσει. Αλλά αυτή μπήκε κάποια μέρα στα δώματα του πασά ντυμένη στα μαύρα και κρεμώντας μαύρο σταυρό στο λαιμό της. Γονάτισε μπροστά του και κρατώντας το σταυρό τού είπε με θάρρος πως το σώμα της είναι δικό του, η ψυχή της όμως ανήκει ολόκληρη στο θεό των πατέρων της, από τον οποίο καμία δύναμη δε θα μπορέσει να την αποσπάσει. Κι ήταν τόσο θελκτικό το κάλλος της μέσα στη μαύρη της ενδυμασία, ώστε ο Αλή γοητευμένος τη σήκωσε πάνω και αφού την έβαλε στα γόνατά του τη φίλησε και τη διαβεβαίωσε πως είναι ελεύθερη να λατρεύει το θεό των πατέρων της.
Στα δεκαοχτώ της έγινε η νόμιμη σύζυγος του πασά που διένυε την όγδοη δεκαετία της ζωής του. Η Βασιλική κατέκτησε κατά κράτος τον Αλή. Και μεγάλες ωφέλειες γνώρισαν χριστιανοί και μωαμεθανοί από την επιρροή που αυτή ασκούσε πάνω του. Όταν ο Αλή έγερνε το κεφάλι του πάνω στα γόνατά της, λησμονούσε μέσα στα γλυκά της χάδια όλον τον άλλο κόσμο και απολάμβανε εκεί τον ύπνο του, ο οποίος οπουδήποτε αλλού του έφευγε. Γιατί ποιος ξέρει πόσα αιμοσταγή φαντάσματα περνούσαν μες στο σκοτάδι μπροστά απ’ τα μάτια του! Είχε κι έναν κρυφό πόθο ν’ αποκτήσει με τη Βασιλική παιδιά, αλλά δεν κατόρθωσε να δει τον πόθο του αυτόν να εκπληρώνεται, γι’ αυτό κι ένιωθε βαθιά λύπη.
Η Βασιλική παρακολούθησε τον Αλή στο τελευταίο του καταφύγιο στο μοναστήρι του αγίου Παντελεήμονος, όπου βρήκε το θάνατό του, αλλά επέζησε, μολονότι επιβουλεύτηκε ο πασάς από ζηλοτυπία τη ζωή της κατά τις τελευταίες στιγμές του και διέταξε τον Θανάση Βάγια, πιστό του σωματοφύλακα, που έμεινε πλάι του ως τις τελευταίες στιγμές του, να τη σκοτώσει. Αιχμάλωτη του Χουρσίτ, ήρθε μετά την καταστροφή στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου την έστειλαν υπό περιορισμό στην Προύσα, με κύριο σκοπό να την εξαναγκάσουν να υποδείξει τους υποτιθέμενους θησαυρούς του πασά.
Το 1830 ελευθερώθηκε και κατέφυγε αρχικά στα Τρίκαλα, στο ωραίο κτήμα Βόιδοβα που της είχε δωρίσει ο Αλή, από όπου μετακόμισε κατόπιν για το χωριό Κατοχή του Μεσολογγίου, όπου κατοίκησε. Οι δοκιμασίες που υπέστη κατά την περιπετειώδη ζωή της, η κατάπτωση από την κορυφή της δόξας και της ευδαιμονίας στην ασημότητα και τη φτώχεια, ιδίως όμως η βαθιά οδύνη που αισθάνθηκε για το θάνατο των αδερφών της, την έφεραν πρόωρα στο θάνατο.
Πέθανε στο Αιτωλικό το έτος 1835. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της το είχε ρίξει στην οινοποσία, δύο φορές ήρθε στο Ναύπλιο επί Καποδίστρια, ντυμένη με οθωμανικά ρούχα και είχε καταστεί αγνώριστη αυτή η έξοχη καλλονή. Το αγγελικό της πρόσωπο είχε χάσει τη στιλπνότητα και τη διαφάνεια της επιδερμίδας η οποία είχε αυλακωθεί με ρυτίδες πρόωρων γερατειών εξαιτίας του πάθους και του ποτού.
Ο πατέρας της Κίτσιος Κονταξής, άρρωστος βαριά, ενέδωσε κάποτε στις προκλήσεις της κόρης του και του Αλή και ήρθε μια μέρα στην αυλή του, μόνο και μόνο για να δει την ποθητή του θυγατέρα. Οι παρακλήσεις του και τα δάκρυά του για να πάρει πίσω την κόρη του απέτυχαν. Του επέτρεψε μόνο ο Αλή να τη βλέπει και αφού επέστρεψε σπίτι του απελπισμένος, ύστερα από λίγο πέθανε.
(Σπ. Π. Αραβαντινού, Ιστορία του Αλή πασά του Τεπελενλή», τόμος ΙΙ, σελ. 449 – 453)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here