«…Πού στο διάολο είσαι μωρέ ξεκούτιασμα; Σε χαλεύει ο Σήφης». «Ο Σήφης, ποιός Σήφης, ωρέ γριά;», αποκρίθηκε μέσα από το δωματιάκι πούχαν χτίσει οι γιοι τους, πίσω από το πέτρινο, το καλοκαταντημένο σπιτάκι τους.

Από μια πορτούλα που έμπαινες… δεν έμπαινες ορθός μέσα, τρεμάμενη, βραχνή, κατακουρασμένη από την προσπάθεια, βγήκε η φωνή του μπάρμπα Νάκου. Αγκάλιασε τα πέτρινα τ’ αγκωνάρια. Πέρασε τον καπνισμένο μπουχαρή και μούπε μ’ όλη της τη γλύκα. «Έλα μέσα παιδί μου». Παιδί μου εμένα, εξήντα χρονών άνθρωπο. Τώρα τί να πω! Καταλαβαίνετε.
«Έπιασα εδώ πίσω την ακρούλα μου» είπε «να μωρέ νάχω και την ησυχία μου και να… μην μπλέκομαι στα πόδια των νυφάδων». «Πώς τα πας» τον ρώτησα τη στιγμή που σκυφτά πέρναγα μέσα. «Πολεμάω…» πρόλαβε και μούπε μέχρι να κάτσω δίπλα του. «Πολεμάω με το θάνατο κάθε μέρα… Όχι πως τον φοβάμαι αυτόν τον μασκαρά αλλά… να μωρέ, θέλω να πεθάνω ορθός». «Γι’ αυτό με φώναξες;» είπα για να την πάω την κουβέντα αλλού. «Ήθελα να σου πω… Περίμενε λίγο. Δυνάμωσέ το λίγο άμα θες». Ήξερα από άλλη φορά ότι σ’ ένα τραπεζάκι δίπλα στο παραγώνι είχε ένα ραδιάκι από αυτά που πουλάνε οι Πακιστανοί, μόνιμα συντονισμένο σε μουσικές της αρεσκείας του. Το δυνάμωσα αρκετά. Σηκώθηκε ορθός, άνοιξε τα χέρια λες και ήθελε να αγκαλιάσει τον κόσμο με μια αγκαλιά, μ’ ένα δάκρυ, μ’ ένα γέλιο απ’ αυτά που έχουν μέσα τους και την γαλήνη και την επανάσταση.
«Όσοι με το χάρο γίναν φίλοι με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη» έλεγε ο Μητροπάνος! Κι όταν τα λόγια τρέμουνε, σκορπίζουν και δεν μένουνε, αντέτεινε ο μπάρμπα Νάκος, σιγοτραγουδώντας την ώρα που συνεχώς έκανε ηρωική προσπάθεια να ακολουθήσει τον ρυθμό της… ζεμπεκιάς. «Ούι τρομάρα μ’, μ’ έκανε ρεζίλι» αναφώνησε η κυρά του, μόλις τον αντίκρισε. Πλησίασε κοντά σε μένα, έβαλε το στόμα της κοντά στ’ αυτί μου και ψιθύρισε: «Τόχασε… σχώρα τον». «Οι θύμισές μου; Χμ».
Κατέβασε το κεφάλι του, σχεδόν στα γόνατα, έβαλε τα δυό του χέρια στους κροτάφους κι ύστερα από λίγο είπε: «Το πολύ πέντε λεπτά, τα πιο πολλά οι πίκρες μου οι μεγάλες». Σήκωσε αργά το κεφάλι του, έριξε μια λοξή, γεροντίστικη ματιά, αγαπησιάρα στην κυρά του και της είπε σχεδόν ψιθυριστά: «Σιάξε δυό καφέδες και φεύγα, έχουμε… κουβέντα». Γύρισε ύστερα προς τα μένα και με ρώτησε: «Τί μολογάει ο κόσμος έξω στα μαγαζιά;». «Τί να πει…» απάντησα. «Ταπεινώθηκε πολύ, φόρτωσε και τις προσδοκίες του στις πλάτες του Θεού, καταλαβαίνεις, δεν χρειάζονται πολλές… κουβέντες». «Σε φώναξα γιατί θα φύγω και δεν θέλω να αφήσω πίσω μου σκοτάδια» είπε κι άρχισε να μου λέει:
«Το θμάσε το παλιοκάλιβο πούχαμαν κατ’ στο μπάτου στο γιούρτ’»; Έγνεψα καταφατικά. Δεν ήθελα να τον διακόψω. «Τόχε φτιάξει ο παππούς μου. Όλο το καλοκαίρι του 1924 κουβάλαγε πότε απ’ το βάλτο Βίγλας, πότε από το ποτάμι κι άλλοτε από το μαυροβούνι φούρκες, λιγιές, ψαθί κι ασφάκα. Μέχρι περίπου τέλος του Σεπτέμβρη, μάς τόχε τελειώσει και λέω μας τόχε γιατί τόφτιαχνε για μας. «Ποιούς εσάς;», ρώτησα. «Τη μάνα μου, εμένα, την αδερφή μου και τον αφορισμένο τον πατέρα μου που δεν είχε νου για τίποτα. Θυμάμαι τη μέρα που έστηναν τον σκελετό. Είχε μαζευτεί όλο το χωριό (έτσι έκαναν τότε) και κατά το ηλιοβασίλεμα σταυροποδίζονταν στον πλίχουρο, έπιναν και κάνα ούζο (άμα υπήρχε) κι άρχιζαν τα καλαμπούρια και τα παινέματα της μαστοριάς».
«Δηλαδή» ρώτησα. «Να, για την ισιάδα, το σχέδιο, τον τσιατμά, το καψάλισμα της φούρκας, τις κοντλίνες πούταν μαλακές και τα χέλια πούχαν ψήσει και οι δυό γιαγιάδες μου στην θράκα». Κόμπιασε για λίγο, τέντωσε τα χέρια τον ανήφορο λες και ήθελε να ξεπεράσει κάποιο εμπόδιο που στέκονταν μπροστά του και συνέχισε: «Εκεί σ’ αυτό το παλιοκάλυβο κάτω από δύσκολες καταστάσεις μεγάλωσα εγώ και η αδερφή μου. Εκεί μέχρι και το 1937 που πέθανε, έζησε τον δικό της εφιάλτη και η μανούλα μου, θεός σχωρέστη». Σφράγισε τα χείλη του, σκούπισε αργά με τον αγκώνα ένα δάκρυ που καθρέφτιζε την πορεία του παρελθόντος. Έκρυψε το πρόσωπό του στο βαθούλωμα του σουμιέ που ήταν δίπλα του και ξέσπασε σε γεροντίστικους λυγμούς. Ήταν από κείνες τις στιγμές θαρρώ που οι άνθρωποι θέλουνε να κρατήσουν όσο πιο αθόρυβα μπορούν και μόνο για να τις αιχμαλωτίσουν.
«Εκεί κατάσαρκα στο χώμα με προστάτη τον Θεό και τη μαντανία της μάνας μου, όποτε δεν έρχονταν μεθυσμένος ο μπεκρούλιακας ο πατέρας μου, και δεν βάραγε τη μάνα μου, ξημερώναμε με το ζόρι, ακούγοντας τα κατορθώματά του.
Ήταν -λέει- περήφανος που ήταν ΕΟΝίτης, χαιρέταγε ναζιστικά, πάλευε ως μαύρος καβαλάρης (κι ας μην είχε άλογο) και με τους ζωντανούς και με τα ισκιώματα της νύχτας, που έβγαιναν ακριβώς με το βασίλεμα. Πολιτική όλων ομοίων του για να φοβούνται τα γυναικόπαιδα και να κάνουν τα βρώμικά τους ανενόχλητοι. Εγώ κάθε ξημέρωμα είχε δεν είχε αντάρα έπαιρνα τις κατσίκες (προίκα κι αυτές της μάνας μου, μαζί με δυό χασιές) απ’ τον τσάρκο πέρναγα γρήγορα στην γελαδόστρατα και τις πήγαινα στα κοντάκια δίπλα στο ποτάμι για βοσκή.
Η μάνα μου, την ίδια ώρα, κρατώντας από τόνα χέρι την αδερφή μου κι απ’ το άλλο την τριχιά την αργαλένια έφευγε για τον Άϊ Λια για να μας φέρει το ζαλίγκι με τα ξύλα. Ξεζαλιγκώνονταν στο πεζούλι δίπλα στον φούρνο τον χωμάτινο (έργο της κακοΛάμπρως) και ξεκίναγε με αλυσίβα, μπομπότα, μπλατζάρα που και πού, φούρνισμα και άρμεγμα την ώρα που γύρναγα εγώ με τα γίδια. Τα βράδια όταν αποκοιμιόμασταν έρχονταν ο…». Δεν ήθελε ούτε καν να προφέρει το όνομά του. «Ξεγύμνωνε με το ζόρι τη μανούλα μου και την βίαζε μπροστά μας. Μας βλέπουν τα παιδιά, έλεγε ανάμεσα στα αναφιλητά της εκείνη κι όσο εμείς μεγαλώναμε καταλαβαίναμε και κλαίγαμε μαζί της τόσο ο… αυτός, τέλος πάντων, καταλαγιάζοντας έστω και για μια στιγμή τα ζωώδη του ένστικτα, της έλεγε πως είναι υποχρεωμένη». Τον είδα πολύ καταβεβλημένο, φώναξα την κυρά του, που ασβέστωνε τάχα μου απ’ έξω κι έφυγα αμίλητος.
«Η 4η Αυγούστου 1936 που έγινε στ’ όνομα του κομμουνιστικού κινδύνου έμελλε να σημαδέψει την ιστορία της πατρίδας για τεσσεράμισι χρόνια και την δική μου την προσωπική για όλη μου τη ζωή. Με το που άνοιξε η πόρτα εκείνο το βράδυ εκτός από το ότι έπρεπε να δυναμώσουμε του σκοτωμού το φως της λάμπας νάχουμε έτοιμο το μεσάλι με το φαϊ, να αναφέρουμε τί δουλειές κάναμε, έπρεπε να βγάλουμε και το σκασμό (κι ας τόλμαγε κανένας μας να μιλήσει) για να μας πει πως ήρθε η ευλογημένη ώρα να γ…. τους Βενιζελοκομμουνιστές και όλο τους το σόι».
«Τα παιδιά, σταμάτα…» είπε φοβισμένη και με τρεμάμενη φωνή η μάνα μου. «Τέτοια πουτάνα είσαι και συ» ούρλιαξε, όρμησε πάνω της κι άρχισε να την δέρνει. Σπάραξε η αδερφή μου από το κλάμα όταν γύρισε ξαφνικά προς το μέρος της. Άγγιξε την άκρη των κατάμαυρων μαλλιών της μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Έστρεψε το κτηνώδες βλέμμα του προς τα μένα και τη μάνα μου πούχαμε στριμωχτεί αγκαλιασμένοι στη γωνιά. Άρχισε να… θωπεύει και…». Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. «Την βίασε μπροστά μας», ψιθύρισε ύστερα από καμιά ώρα που κουτσοσυνήλθε με φωνή που ίσα που μπόρεσα να ακούσω.
«Καταλαβαίνεις τώρα εσύ σε τί κτήνη ανέθεσε ο Μεταξάς να ξεκαθαρίσει τον τόπο και την γύρω περιοχή από τα αναρχοκομμουνιστικά στοιχεία. Το 1937, πριν κλείσει τα τριάντα, πέθανε η μανούλα μου από φυματίωση. Την αδερφή μου την πήρε ένα θαυμάσιο παλικάρι που έρχονταν με το καΐκι στην ταράτσα της πέτρας και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της πολύ ευτυχισμένη.
Όπως όλο τον καιρό έτσι και εκείνη τη μέρα οκτώ του Μάη του 1941, το θυμάμαι πάρα πολύ καλά, βόσκαγα τα γίδια στα κοντάκια, εκεί περίπου που είναι τώρα τα ξεραντήρια. Κατά τις επτά η ώρα το πρωί ακούω φωνές και βρισιές που δεν ξεχώριζα σε τι γλώσσα είναι. Συγχρόνως έπεφταν και πολλοί πυροβολισμοί. Γυρνάω προς τα κει και βλέπω ένα σύννεφο σκόνης να κατεβαίνει στη μεγάλη κατηφόρα από τη μεριά της Κερασούντας, δίπλα ακριβώς στο νερόμυλο. Έτρεξα προς τα κει και να το είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Μπροστά καμιά δεκαριά παλικάρια δικά μας που οπισθοχωρούσαν από το Αλβανικό μέτωπο (είχαν και δυο μουλάρια) κι από πίσω γύρα στα πενήντα μέτρα, τους κυνηγούσαν οι Ιταλοί που φύλαγαν τη γέφυρα Καλογήρου και τους πυροβολούσαν.
Ο αδελφός της Μήτσο Γιάννενας (απ’ το όνομα του άνδρα) απ‘ τη μεριά της Κερασούντας, τράβαγε γρήγορα το σκοινί της περαταριάς κι απ’ την δική μας τη μεριά ο Διαμάντης μαζί με τον άλλο του τον αδερφό αμόλαγαν και φώναζαν: «Όχι άλλοι όχι άλλοι…». Ήταν η στιγμή που κανένας δεν άκουγε τίποτα και κανέναν. Η στιγμή που οι σφαίρες ακούμπαγαν σχεδόν την πλάτη τους.
Όρμησαν όλοι μαζί μόλις ακούμπησε η περαταριά στην όχθη και για κάποιο λόγο που μόνο εκείνοι γνώριζαν, απελπισμένα τράβαγαν και τα δύο μουλάρια πούχαν μαζί τους. Αγαντάρισε από δω μεριά ο Διαμάντης, ζήτησε βοήθεια κι από μένα και τον μπάρμπα Φώτη το Σιγιάνη, που δεν ξέρω πως βρέθηκε εκεί εκείνη τη στιγμή. Τους είχαμε φέρει σχεδόν στα μισά του ποταμού προς την πλευρά του χωριού μας δηλαδή, όταν ξαφνικά έγινε το μοιραίο. Έσπασε το σχοινί ακριβώς στη βάση της σχεδίας, την πήρε μονόπαντα το ρέμα κι επειδή από εκείνη τη μεριά κρατιόνταν, την ταρακούνησε δύο – τρεις φορές το ρέμα και την χτύπησε στον όχτο δέκα μέτρα παρακάτω.
Σε δευτερόλεπτα αναποδογύρισε και τους άδειασε όλους στο νερό. Σηκώθηκε μόνο ένας που για καλή του τύχη βρέθηκε μπροστά του το σπασμένο σχοινί, τ’ άρπαξε και τον τραβήξαμε. Οι Ιταλοί (που αργότερα έγινε μεγάλη συζήτηση για το αν ήταν πράγματι Ιταλοί) ολοκληρώνοντας το έργο τους, ενδεχόμενα με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, πήραν το δρόμο για την γέφυρα Καλογήρου».
«Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σοβαρό, είσαι σίγουρος;». «Όχι» απάντησε μονολεκτικά «αλλά ο μυλωνάς, ο Πόντιος, ο κουτσοτσώλης, επέμενε και με μεγάλη σιγουριά έλεγε πολύ πιο μετά πως τους άκουσε να μιλάνε βλάχικα».
Ύστερα από πέντε-έξι μέρες βόσκαγα τα γίδια στη Μακρόνησο στο σύνορο με το κοντάκι, Μάης μήνας. Μοσχοβόλαγε ο τριφυλιάς, σούρχονταν ζαλάδα. Τα γίδια χορτάτα του σκασμού είχαν πιάσει τον ίσκιο κάτω απ’ τη φράξα.
Ο μπάρμπα Γιώργος ο Μανέγας (καλός άνθρωπος) είχε κάτσει στον ίσκιο μιας βελανιδιάς σταυροπόδι κι έτριβε σπλόνο, τ’ ανακάτευε με λαθραίο, το τύλιγε με ροκόφυλο και… Κατέβαινε στα κοντάκια ο Θεός. Θάριχνε -λέει- πεζοβόλο σε καμιά ώρα. Κατάλαβα. Μπόρεσα και τον χαιρέτησα όταν επιτέλους ξεπρόβαλε το κεφάλι του μέσα από το ντουμάνι, όπως των αγίων μέσα από τα σύννεφα, στις εικόνες.
Πήρα το δρόμο άκρη-άκρη στο ποτάμι με σκοπό να βγω στα ζερβέϊκα να πω καμιά κουβέντα και να χαζέψω με τα τσουπριά που πήγαιναν με τα μπότια για νερό. Παιδαρέλι ήμουνα και γω… Μούτρεχαν τα σάλια».
Μούκανε νόημα. Τον είδα. Πάλευε να κατεβάσει τον κόμπο πούχε κάτσει στο λαιμό του. Με δύο ουζάκια, γαύρο τηγανητό πούχε αγοράσει απ’ τον Ζώη τον Καλοργιάτη και σιωπή απόλυτη, καταφέραμε να ξεπεράσουμε την φόρτιση της στιγμής.
«Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου στο μεγάλο σπάσιμο. Είχε πέσει μπρούμυτα στην όχθη και προσπαθούσε να φτάσει έναν φαντάρο πούχε ξεβράσει το ποτάμι και σκάλωσε σε κείνη την θεόρατη ιτιά. Ένας κάβουρας αμέριμνος έτρωγε το μάτι του φαντάρου και ο πατέρας μου τεντωμένος πάνω από το νερό μ’ ένα ξύλο στα χέρια προσπαθούσε να τον τραβήξει προς το μέρος του. Το θυμάμαι σαν και τώρα. “Κράτα με γερά από τα πόδια” μου είπε “για να μην πέσω μέσα να τον φέρω προς τα δω για να τον ψάξουμε…”. Έσκυψα αργά, τόσο αργά όσο μάλλον μου υπέδειξε εκείνη τη στιγμή η μάνα μου και… τον έσπρωξα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here