Το πολύπαθο δημόσιο σύστημα υγείας (μέρος πρώτο)

(Ιστορική αναδρομή από το 1932 μέχρι τη μεταπολίτευση του 1974)

Το 1932, μετά από έκθεση του Διεθνή οργανισμού υγείας που κατέτασσε την Ελλάδα στις επικίνδυνες χώρες από πλευράς υγείας, η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου άρχισε την πρώτη προσπάθεια για την δημιουργία ενός δημόσιου φορέα υγείας.

Την εποχή εκείνη το μεγαλύτερο μέρος του λαού λιμοκτονούσε και περίπου το 80% των ανθρώπων δεν διέθετε τα στοιχειώδη αγαθά για την επιβίωση. Τα λοιμώδη νοσήματα αποδεκάτιζαν την Ελληνική κοινωνία και μεγάλο ποσοστό των νεογνών δεν γιόρταζε τα πρώτα γενέθλια. Λόγω της δυσάρεστης θέσης που η χώρα βρισκόταν, προτάθηκε από τους διεθνείς οργανισμούς να δημιουργηθεί ένα στοιχειώδες σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας με κύριο μέλημα την υγιεινή προληπτική ιατρική μέσω της δημιουργίας πολλών κέντρων υγείας ανά την Ελλάδα.
Η οικονομική δυσπραγία της εποχής και λόγω των πολλών στρατιωτικών κινημάτων της προηγούμενης δεκαετίας για την κατάληψη της εξουσίας που αποτέλεσαν τροχοπέδη στην ανάπτυξη της οικονομίας και λόγω της πτώχευσης από τον υπερβολικό δανεισμό του Ελληνικού κράτους που ακολούθησε το παγκόσμιο κραχ του 1929, σε συνδυασμό με την εχθρότητα των ευγενών ταμείων που άρχισαν να ξεφυτρώνουν από το 1917, των κατά τόπους ιατρικών συλλόγων και των πανεπιστημιακών γιατρών, οδήγησαν το όλο εγχείρημα της Κυβέρνησης σε ναυάγιο. Αυτό που πρόλαβε να φτιάξει ο Βενιζέλος ήταν η υγειονομική σχολή, η σχολή νοσοκόμων και θεσμοθέτησε με νόμο την ίδρυση του ΙΚΑ (Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων) μαζί και τον κλάδο υγείας αυτού. Ωστόσο, ο νόμος δεν εφαρμόστηκε ποτέ, γιατί η Κυβέρνηση ένα μήνα αργότερα έπεσε.
Η νέα Κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη ενέδωσε στα συμφέροντα και ανέστειλε το νόμο του Βενιζέλου. Όμως αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων κάτω από την πίεση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος να φέρει προς ψήφιση το 1934 νέο νόμο, θεσμοθετώντας και πάλι την ίδρυση του ΙΚΑ μαζί με τον κλάδο υγείας και διόρισε ως πρώτο Διοικητή του οργανισμού τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Το σκέλος του ιδρυτικού νόμου του ΙΚΑ, ο κλάδος υγείας που θεσμοθετήθηκε να προσφέρει δωρεάν πρωτοβάθμια περίθαλψη μέσω ιατρείων και ιατρικών κέντρων στους ασφαλισμένους, λόγω γραφειοκρατίας και έλλειψης χρημάτων δεν εφαρμόστηκε όσο Πρωθυπουργός ήταν ο Τσαλδάρης.
Το 1936 η κ. Έλενα Σκυλίτση – Βενιζέλου (δεύτερη σύζυγος του Ελευθερίου Βενιζέλου), έχοντας υπόψη τις προσπάθειες του Εθνάρχη για ένα δημόσιο σύστημα υγείας και το υψηλό ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας, ιδρύει με δικά της χρήματα το Μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδη», στις εγκαταστάσεις του οποίου, έχοντας ως πρότυπο τις Βυζαντινές Μαιευτικές κλινικές, ίδρυσε και σχολή Μαιών «Βιργινία Σκυλίτση» ώστε οι μαίες να έχουν και τη θεωρητική κατάρτιση και την πρακτική εξάσκηση. Με τις δύο αυτές δωρεές επηρέασε καθοριστικά την πορεία της Μαιευτικής στην Ελλάδα και αργότερα το Κράτος στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 ίδρυσε παρόμοιες σχολές στην Θεσσαλονίκη και στο Μαιευτήριο «Αλεξάνδρα».
Στη συνέχεια ήρθε η δικτατορία του Μεταξά και θέλοντας ο δικτάτορας να δείξει φιλολαϊκή διάθεση εφάρμοσε το σκέλος του ΙΚΑ, το οποίο αφορούσε τον κλάδο υγείας ιδρύοντας στα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως στην Αθήνα, Πάτρα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Βόλο όπου υπήρχαν βιομηχανικοί εργάτες, ιατρεία του ΙΚΑ τα οποία πρόσφεραν δωρεάν πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη. Από το γεγονός αυτό επικράτησε η εντύπωση πως η δικτατορία Μεταξά ίδρυσε το ΙΚΑ. Όμως ο ίδιος ο δικτάτορας αυτό δεν το υποστήριξε ποτέ.
Στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου οι υποδομές υγείας που υπήρχαν καταστράφηκαν σε μεγάλο ποσοστό και όσες έμειναν όρθιες υπολειτουργούσαν. Στις μεγάλες πόλεις οι άνθρωποι πέθαιναν αβοήθητοι στους δρόμους από τις λοιμώξεις και την πείνα. Στην επαρχία πολλοί άνθρωποι απέφευγαν σοβαρές λοιμώδεις καταστάσεις, επειδή είχαν μια στοιχειώδη θεωρητική καθοδήγηση και ανταλλακτική ιατρική φροντίδα, την οποία πρόσφεραν πολλοί γιατροί ενταγμένοι στις αντάρτικες ομάδες.
Μετά τη λήξη και του εμφυλίου το κράτος άρχισε στα μεγάλα αστικά κέντρα στην αρχή και αργότερα και στα μικρότερα να επισκευάζει και να κτίζει νοσοκομεία χωρίς κανένα προγραμματισμό και με ελάχιστες υλικοτεχνικές υποδομές.
Το 1956 για την κάλυψη των υγειονομικών αναγκών της υπαίθρου ιδρύθηκαν πρόχειρα ανά ομάδα χωριών αγροτικά ιατρεία, στα οποία συνήθως τοποθετούνταν ένας ανειδίκευτος γιατρός, μια νοσοκόμα και σε μερικά και μαία. Την εποχή εκείνη το κράτος χορηγούσε άδειες ίδρυσης ιδιωτικών κλινικών δίχως να τηρούνται οι διεθνείς νοσοκομειακές προδιαγραφές λειτουργίας.
Είναι χαρακτηριστικό πως την περίοδο από το 1959 έως και το 1973, τα κρεβάτια των κρατικών νοσοκομείων αυξήθηκαν κατά 3%, ενώ των ιδιωτικών κατά 28%. Το κράτος αντί να ενισχύει την ανέγερση Δημόσιων Νοσηλευτηρίων με νόμους πριμοδοτούσε την ανέγερση ιδιωτικών κλινικών, στις οποίες παρατηρούνταν νοσηλευτική ανεπάρκεια. Και τούτο γιατί η πλειονότητα των κρεβατιών τους κάλυπτε πολύ λίγες ειδικότητες. Συγκεκριμένα κάλυπτε αυτές που σχετίζονται περισσότερο με τη μεγαλύτερη και την ευκολότερη απόσπαση χρηματικού κέρδους. Η νοσηλευτική κίνηση των ιδιωτικών κλινικών ήταν μεγαλύτερη από αυτήν των Δημόσιων Νοσοκομείων, παρόλο που τα κρεβάτια των τελευταίων ήταν περισσότερα.
Το 1973 από τα Δημόσια Νοσοκομεία εξήλθαν 410.506 ασθενείς κι από τις ιδιωτικές κλινικές 414.073 ασθενείς. Το κυνήγι του κέρδους από την ιδιωτική πρωτοβουλία καλά κρατούσε και γινόταν με πολλούς τρόπους, όπως δυστυχώς γίνεται και σήμερα.
Ένα παράδοξο που πρέπει να τονισθεί ήταν πως στις διάφορες νοσοκομειακές κρατικές κλινικές διοριζόταν με κανονικό μισθό ιδιώτες γιατροί, οι οποίοι είχαν το δικαίωμα να διατηρούν και τα ιδιωτικά τους ιατρεία. Στις πανεπιστημιακές κλινικές, που και αυτές χρηματοδοτούνταν και χρηματοδοτούνται από το κράτος, οι πανεπιστημιακοί γιατροί όχι μόνο διατηρούσαν τα ιδιωτικά τους ιατρεία, αλλά μπορούσαν να διευθύνουν και ανάλογες κλινικές του ιδιωτικού τομέα, δίνοντας με την παρουσία τους κύρος σ’ αυτές. Απ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς την τρομερή εκμετάλλευση των ασθενών, οι οποίοι για να νοσηλευτούν σε κρατικές ή πανεπιστημιακές κλινικές έπρεπε να περάσουν πρώτα από διάφορα ιδιωτικά ιατρεία, από τα οποία πολλές φορές διοχετευόταν σε ιδιωτικές κλινικές.
Χαριτολογώντας αναφέρω πως η έγνοια αρκετών πανεπιστημιακών γιατρών ήταν να βρουν τρόπους αύξησης των ωρών του 24ωρου. Η σκέψη τους ήταν στραμμένη στον πλουτισμό και είχε απορροφηθεί πλήρως απ’ αυτόν. Οι εκπαιδευτικές των υποχρεώσεις προς τους φοιτητές, που αποτελούν διαχρονικά την κύρια αποστολή όλων των πανεπιστημιακών, είχαν πάει περίπατο. Το κύριο μέλημα των κυρίων αυτών ήταν το χρήμα και όχι το εκπαιδευτικό και ερευνητικό τους έργο.

*Ο Γιώργος Παπαδημητρίου είναι ιατρός, διδάκτωρ καρδιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here