«Κι είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής/ τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε/ που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι». Κ.Π. Καβάφης, «Ποσειδωνιάται»

Συζητούσα με φίλους και γνωστούς οι οποίοι από το καλοκαίρι ακόμη, χωρίς να έχουν την παραμικρή πληροφόρηση, ισχυρίζονταν με απόλυτο τρόπο πως είναι υπέρ της Συμφωνίας με την ΠΓΔΜ, με το επιχείρημα πως το θέμα αυτό είχε κακοφορμίσει. Όντως, κανένας συνέλλην που δύναται να στέκει ακόμη στα καλά του, δεν νομίζω πως δεν θα ήθελε να κλείσει το πρόβλημα που έχουμε με το νεόδμητο, σχετικά, γειτονικό κράτος των Σκοπίων πίσω από το οποίο, εκτός από την πλαστογράφηση της ιστορίας, κρύβεται και ένα επικίνδυνο παίγνιο γεωπολιτικών αλλαγών στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων.

Όλοι μας θέλαμε, λοιπόν, να κλείσει το θέμα αυτό που μας ταλανίζει χρόνια, το θέμα είναι όμως πώς. Γιατί πολλές φορές το κλείσιμο ενός θέματος, επί της ουσίας είναι άνοιγμα για άλλες πιο επικίνδυνες εξελίξεις, ανάλογα βέβαια με τις γενικότερες ιστορικές εξελίξεις στην κάθε περιοχή.
Με το άρθρο μου αυτό θα προσπαθήσω να εστιάσω σ’ αυτό το «πώς». Και συνειδητά επέλεξα να το ολοκληρώσω και να το δημοσιεύσω με καθυστέρηση, όταν πια καθαρίσει η ατμόσφαιρα από τα δακρυγόνα και τα χημικά. Και με τη φράση αυτή θέλω να πω πως το πρώτο που με ανησυχεί είναι ότι μια τόσο σημαντική συμφωνία, όπως η συμφωνία των Πρεσπών, ψηφίστηκε μέσα σε κλίμα φανατισμού, διχασμού και ύβρεων, καταστάσεις τις οποίες το έθνος μας τις έχει πληρώσει πολύ ακριβά στην πολύπαθη ιστορία μας , αλλά μυαλό δεν βάζουμε.
Ας έλθουμε σ’ αυτή καθ’ εαυτή τη Συμφωνία: Η γειτονική μας χώρα τώρα θα ονομάζεται «Βόρεια Μακεδονία» με την ελληνική παραδοχή, όμως, πως «με το επίθετο «μακεδονικός» μπορούν να προσδιορίζονται η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά των γειτόνων μας, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά». Με άλλα λόγια αυτό σημαίνει άμεση αναγνώριση από την Αθήνα μιας εθνότητας που ονομάζεται «μακεδονική» και η οποία δίνει στους γείτονες απεριόριστη κατά τη βούλησή τους πρόσβαση στη μακεδονική κληρονομιά – και μάλιστα με την υπογραφή μας.
Πάραυτα, ας δεχθούμε πως η διευθέτηση του ονόματος θα ομαλοποιήσει τις σχέσεις των δύο κρατών. Εύλογα, όμως, αναρωτιέται κανείς ποια δύναμη επιτέλους μπορεί να ομαλοποιήσει τη δημοκρατική μας ζωή που έχει γίνει «προσωπική» υπόθεση και «από μηχανής πολιτική ζωή»; Ξένοι ηγέτες και διπλωμάτες αλωνίζουν, κόμματα διαλύονται, οι αταίριαστοι γίνονται ταιριαστοί, οι πολιτικές σχέσεις από καλό χαρμάνι κατέστησαν υπόθεση μόνο του Λουμίδη, και όλα, μα όλα, τα προσεγγίζουμε ελαφρά τη σκέψει και τη καρδία! Σε καιρούς ιστορικής άγνοιας, μάλλον είναι αναγκαίο να θυμηθούμε πως, ακόμη και η επωφελής (;) συνθήκη των Σεβρών (1920) για την Ελλάδα, θάφτηκε στα ερείπια της Μικρασιατικής καταστροφής για πολλούς λόγους, βέβαια, εις εκ των οποίων ήταν και ο εθνικός διχασμός.
Εκτός, λοιπόν, από τη συμφωνία που έχει θετικά, έχει και αρνητικά, έχει και ελλείψεις και ασάφειες και παρασκήνιο πολύ, υπάρχει και η βάσιμη αγωνία για το πώς θα υλοποιηθεί, σε μια εποχή που τα ρήγματα στο πολιτικό σκηνικό δεν επιτρέπουν τους διπλωματικούς ελιγμούς που είναι απαραίτητοι για την άμβλυνση των πιέσεων που δεχόμαστε πανταχόθεν. Κι όλα αυτά στο φόντο μιας κοινωνίας που δεν τη σέβεται κανείς, μια κοινωνία τόσο πληγωμένη από τους τενόρους της ασυνέπειας και τόσο ταπεινωμένη, που την χαμένη της περηφάνια δεν μπορεί να τη βρει πουθενά αλλού, παρά μόνο στον Δασκαλάκη, στον Τσιτσιπά, στον Ατεντοκούμπο και σ’ όλους αυτούς που διαπρέπουν έξω, όμως, από την πατρίδα μας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here