Menu
RSS

Ε-mail: taxydrom@gmail.com || Τηλέφωνο-FAX26810 77302

Περί βαρβάρων

Περί βαρβάρων

Δεν πρόκειται για κάτι που σκαρφίστηκα ξαφνικά, ούτε για μουζντέδες πρόκειται του καφενείου ούτε και για τ’ αέρα λόγια. Πρόκειται για αληθινό κομματάκι της πορείας της ζωής μου που με συντάραξε τώρα και όχι πριν κάμποσα χρόνια που συνέβη.

Παραμονή της Παναγίας με παρακάλεσε η κυρά Σήφαινα να πάμε να ανάψουμε ένα κερί στην Χάρη της στο Κάστρο των Ρωγών, στη Νέα Κερασούντα, να πάρουμε μαζί μας και τον εγγονό μας, τον Γιώργο, που ήταν τότε τριών -τεσσάρων χρονών. Αναγκάστηκα, λοιπόν, τότε να συναινέσω όχι για τα προσωπικά μου πιστεύω αλλά γιατί ήξερα πως έξω από το εκκλησάκι που ήταν χτισμένο μέσα στο Κάστρο θα βρίσκαμε μαλλί της γριάς, χαλβά Φαρσάλων, μαντζούνια, ξέχωρες λιχουδιές και πάνω απ’ όλα ντουφέκια, πολλά ντουφέκια, για όλα τα γούστα των πιτσιρικάδων, στραμμένα προς τα μπρος σημαδεύοντας το μέλλον τους.

Έλα, όμως, που του Γιώργου τού έκαναν εντύπωση τα μεγάλα τείχη, εκείνες οι εντυπωσιακά τεράστιες πέτρες, οι επιβλητικές πύλες, ο Λούρος ποταμός που κυλάει κάτω χαμηλά στα θεμέλια του Κάστρου, και το ύψος, το μεγάλο ύψος, για το οποίο άρχισε επίμονα να ρωτάει όσο κι αν η γιαγιά του προσπαθούσε να του αποσπάσει την προσοχή, προσφέροντάς του την ικανοποίηση όλων των επιθυμιών του. «Ποιός τάχτισε παππού τα τείχη; Πώς τάχτισε; Γιατί τάχτισε;». Τώρα εγώ τί να του πω; Με μέσον τόβγαλα το έρμο το σχολείο.
Τα μπουρδούκλωσα όλα μαζί με αοριστολογίες και άρχισα με ύφος υψηλής διανοητικής ικανότητας να του λέω: «Στα πολύ τα παλιά τα χρόνια τα τείχη τάχτισαν κάποιοι σοφοί άνθρωποι που ήταν και καλοί και ήρωες για να προφυλάσσονται από τους βαρβάρους». «Οι βάρβαροι ήταν οι κακοί παππού;», με ρώτησε με γουρλωμένο το μάτι από την έκσταση. Το ψιλοσκέφτηκα κι απάντησα αναγκαστικά με ένα «ναι», πιστεύοντας πως κάπου εδώ θα ξεμπερδέψω. «Ε, να πάλευαν όλο τον καιρό να μπουν μέσα στα κάστρα για να αρπάξουν όλα τα καλούδια μας, τα λεφτά μας, τα ντουφέκια μας, το μαλλί της γριάς, τον πολιτισμό μας, τους χαλβάδες μας...». «Και... της Γωγώς;» με διέκοψε. «Και πώς έμπαιναν μέσα;». «Με τους γάντζους» απάντησα. «Έριχναν τους γάντζους, σκάλωναν στα τείχη και σκαρφάλωναν».
Την άλλη μέρα αγόρασα αναγκαστικά σκοινί, παρακάλεσα και τον Γιώργο τον Μαρκόπουλο να μου φέρει έναν γάντζο από τα σφαγεία του Χήτα κι έχοντας ύστερα από λίγες ημέρες πλήρη εξοπλισμό (αγοράσαμε και χατζάρες από τα Jumbo), αποφασίσαμε από κοινού να εξαπολύσουμε γενική επίθεση εναντίον του κάστρου. Επειδή, όμως, ύστερα από ένα χρόνο πολιορκία δεν μπορέσαμε να δείξουμε την βαρβαρότητά μας, μου πρότεινε να αλλάξουμε στόχο και να πάμε στο κάστρο της Άρτας. Έπειτα από ένα... μίνι υπουργικό συμβούλιο όπου προήδρευε ο πατέρας του, ως ειδικός επί θεμάτων... Εθνικής Άμυνας, η γιαγιά του ως επί της Ασφάλειας και η μάνα του ως επί των... Εξωτερικών Υποθέσεων, αποφασίσαμε να κάνουμε γιουρούσι τον Αύγουστο, και ντάλα μεσημέρι για να τους πιάσουμε στον ύπνο.
Έτσι κι έγινε, αφήσαμε το άρμα (παρασύρθηκα, τ’ αμάξι ήθελα να πω) κοντά στον θερινό κινηματογράφο, περάσαμε προσεκτικά απέναντι για να μη μας πάρουνε χαμπάρι, ρίξαμε και μια ματιά ψηλά στις σκοπιές. Τίποτε, πουθενά. Κολλήσαμε τις πλάτες μας σ’ εκείνες τις τεράστιες πέτρες του κάστρου, γίναμε σχεδόν ένα με τις σκιές μας κι ύστερα από λίγο βρεθήκαμε μπροστά στο μονοπάτι της ιστορίας μας που οδηγεί απευθείας στην κεντρική πύλη του πολιτισμού του τόπου μας. Την βρήκαμε μισάνοιχτη, έτοιμη λες και μας περίμενε με τις αλυσίδες της κομμένες, που έμοιαζαν με πλεξούδες περίτεχνα πλεγμένες πάνω της, συνταιριασμένες με την θλιμμένη της όψη. «Θυμάσαι μωρέ», του λέω μόλις μπήκαμε στο εσωτερικό του κάστρου «που σου είχα πει πως θα τους βρούμε στον ύπνο;».
Προχωρήσαμε λάου-λάου προς το ΞΕΝΙΑ (δεν τούκανε και μεγάλη εντύπωση, συνηθισμένο βλέπετε το μάτι) και βρεθήκαμε κάποια στιγμή στην άκρη του κάστρου, αγναντεύοντας προς την μεριά της Βλαχέρνας και του Αράχθου. «Παππού» με ρώτησε κάποια στιγμή, σχεδόν ψιθυρίζοντας μη τυχόν και μας ακούσουν. «Γιατί αυτό το ποτάμι δεν έχει νερό;» Άντε πάλι η γκλάβα η δική μου να βρει απάντηση που να ταιριάζει με την περίσταση! «Έβαλαν οι βάρβαροι την μεγάλη την Δράκαινα» του λέω, «να ρουφήξει όλο το νερό για να μπορούν να περάσουν προς τα εδώ γιατί τότε οι βάρβαροι δεν είχαν βάρκες». «Και πώς έκανε;», μου λέει. «Ε, να... πήγε εδώ παραπάνω στο Πουρνάρι, ρούφηξε όσο νερό μπορούσε κι ύστερα ξάπλωσε μέσα στο ποτάμι και δεν άφηνε το νερό να περάσει προς τα κάτω. Το κακό είναι ότι είχε αρθρίτιδα- καλή ώρα σαν και μένα- και δεν μπόρεσε να ξανασηκωθεί, μπλοκάροντας το νερό, ποιος ξέρει μέχρι πότε».
Ακολουθώντας προσεκτικά την άκρη των τειχών και καλυμμένοι καθώς ήμασταν στα ψηλά χορτάρια και τους ασπάλαθους, φτάσαμε πολύ γρήγορα (και απαρατήρητοι) στο δυτικό μέρος, εκεί όπου τα μπουντρούμια, οι σκοπιές, τα παρατηρητήρια, τα διάφορα κελιά, η δόμηση, η ακουστική και σε συνδυασμό με το μικρό θεατράκι και το θάμπος της εικόνας, επιτρέποντας και στην ιστορία να είναι παρούσα, και στον επισκέπτη να την αντιλαμβάνεται.
Εμείς, όμως, απτόητοι αρχίσαμε την προετοιμασία της... άλωσης. Δέσαμε τα μεσάλια τα μαύρα στο κεφάλι, κόλλησα και εγώ ένα άσπρο χαρτί με σάλιο στο ένα μάτι (θυμήθηκα και την φάτσα μου τότε που έκανα εγχείρηση από καταρράκτη), τραβάμε και τις χαντζάρες μας κι αρχίζουμε την καταστροφή. Κατά τις τρεις το μεσημέρι αποβλακωμένοι από την ζέστη και λιπόθυμοι σχεδόν από την λόρδα (δεν είχαμε προβλέψει!) λύσαμε την πολιορκία χωρίς να έχουμε καταφέρει ούτε μια γρατσουνιά. Συμφωνήσαμε, όμως, να επανερχόμαστε ανά τακτά διαστήματα και όταν θα πιάνουν οι... κρυώτες.
Δεν πρόλαβα προχτές να κατέβω από το τρακτέρ και με περίμενε ο Γιώργος (παλληκαράκι τώρα πια) με την εφημερίδα στα χέρια, κουνώντας την προς το μέρος μου και μου είπε: «Είδες παππού; Ό,τι δεν καταφέραμε εμείς οι... βάρβαροι το κάνουν μόνοι τους». Δεν είπα τίποτα. Αιφνιδιάστηκα. Με κοίταγε επίμονα στα μάτια λες κι απ’ το θάμπος μου θάρπαζε κάποια λάμψη. Τίναξα με τα δυό μου τα χέρια τα τσόφλια από τις βαμβακιές που είχα στο κεφάλι μου, αρμάθιασα και τις σκόρπιες μου σκέψεις, τον κοίταξα και εγώ στα μάτια και μονολόγησα: «...Παιδεία μάτια μου, Παιδεία».

ΥΓ: Βρήκαμε την πόρτα ανοιχτή τότε που κάποιοι συμπολίτες μας αγωνίζονταν να κρατήσουν το κάστρο ανοιχτό.

back to top

|| Όροι χρήσης & Σχόλια αναγνωστών ||

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ. Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του www.taxydromosartas.gr διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση. Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη.

ΣΧΟΛΙΑ. Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ' αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας ή με e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί.